Την είδηση επιβεβαίωσε το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί, με ανακοίνωσή του.

Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1943 στην Αγριά Βόλου. Ξεκίνησε να συνθέτει από την ηλικία των τεσσάρων ετών, ενώ έδωσε την πρώτη του δημόσια παράσταση στην ηλικία των έξι, χωρίς να έχει καμία μουσική εκπαίδευση.

Ήταν αυτοδίδακτος – παρά τις πιέσεις των γονιών του, αλλά και των δασκάλων του, που τον προέτρεπαν να κάνει μαθήματα μουσικής. Ωστόσο, σπούδασε κλασική μουσική, ζωγραφική και σκηνοθεσία στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αθήνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική με τη συμμετοχή του στο συγκρότημα Forminx. Tο τραγούδι “Jeronimo Yanka” σημείωσε τεράστια επιτυχία.

Μετακομίζοντας με την έλευση της δικτατορίας στο Παρίσι, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου σχημάτισε μαζί με τον Ντέμη Ρούσο και τον Λουκα Σιδερα το ιστορικό progressive rock κουαρτέτο των Aphrodite’s Child, που από την πρώτη του κιόλας κυκλοφορία, το Rain and Tears, βρέθηκε στο ευρωπαϊκό επίκεντρο.

Το επιτυχημένο διπλό άλμπουμ με τον τίτλο 666 θεωρείται ότι του έδωσε ώθηση για την αρχή μιας διεθνούς καριέρας. Ο καλύτερος ελληνικός ψυχεδελικός δίσκος χρησιμοποιεί ως «λιμπρέτο» την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη και τη δένει αρμονικά με τις συνθέσεις του Βαγγέλη Παπαθανασίου, το φαλτσέτο του Ντέμη Ρούσσου, τις μουσικές του Αργύρη Κουλούρη και του Λουκά Σιδερά και τη στιβαρή, δωρική ερμηνεία της ηθοποιού Ειρήνης Παππά.  

Αλλάζοντας σιγά σιγά πλεύση και όχι μόνο και μετά τη διάλυση τους, μετά το 666, ο Vangelis έμεινε στο Παρίσι ηχογραφώντας soundtracks για το Γάλλο σκηνοθέτη Frederic Rossif (L’Apocalypse Des Animaux και La Fete Sauvage είναι ίσως τα δυο πιο γνωστά εξ αυτών) και κατόπιν έκανε τη μετακόμιση στο Λονδίνο που σιγά σιγά του άνοιξε νέους δρόμους, εν μέσω φημών ότι θα πλαισίωνε τους Yes, ως αντικαταστάτης του Rick Wakemen στα πλήκτρα. Ο Βαγγέλης όμως πήγε εκεί, έπαιξε με τους Yes δοκιμαστικά, όμως ήταν ολοφάνερο ότι οι δρόμοι τους δεν διασταυρώνονταν -εκείνος πήγαινε από τότε κάπου αλλού. Το πέρασμά του όμως από εκείνους ξεκίνησε μια φιλία αλλά και συνεργασία με τον Jon Anderson, που εξαργυρώθηκε αργότερα.

Στη νέα του πόλη και με αρκετή όρεξη για κάτι πραγματικά μεγάλο και αυτόφωτο ηχητικά, με τις δικές του εμμονές που σύντομα έγιναν παγκόσμιες, υπέγραψε με την RCA κι έφτιαξε το δικό του, 24κάναλο στούντιο, γνωστό ως Nemo Studios. Εκεί μπόρεσε να αναπτύξει στην πλήρη μορφή του τον δικό του, ιδιαίτερο ήχο -χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι όσοι τότε δούλευαν μαζί του, ορκίζονταν με θέρμη ότι δεν είχαν ξανακούσει κάτι ανάλογο. Έστω κι αν η παρθενογέννηση είναι κάτι που ποτέ δεν υπήρξε στη μουσική, η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου ακολουθούσε την προσωπικότητα του κατασκευαστή της: Ήταν γεμάτη πάθος, μεγαλειότητα, υφέρπουσα ευχαρίστηση, ταχύτητα, φουτουριστικά κολλήματα.

Το πρώτο του άλμπουμ ήταν το Heaven and Hell που αγκαλιάστηκε από όλο τον κόσμο, ανοίγοντάς του το δρόμο για πωλήσεις και καθολική αναγνώριση, σημαντικότερη βέβαια εκ των οποίων υπήρξε χρόνια αργότερα η βράβευσή του με Όσκαρ για το soundtrack της ταινίας Chariots of Fire, το 1982. Αλλά και οι δουλειές του για τα Blade Runner, Antarctica και The Bounty, μα και το 1492: Conquest of Paradise ίσως να μην είχαν την ίδια τύχη, αλλά χωρίς εντυπωσιακές ανανεώσεις της φόρμουλας (κάθε άλλο μάλιστα) εξακολουθούσαν να ανανεώνουν τον ενδιαφέρον για τα instrumental new age κομμάτια του, γεμάτα με τα χαρακτηριστικά synth του.

Το 1997 σκηνοθέτησε την τελετή έναρξης του 6ου Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ανοιχτού Στίβου της IAAF που πραγματοποιήθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας, Το έργο του Μυθωδία επελέγη από τη NASA ως η επίσημη μουσική για την αποστολή της: 2001 Οδύσσεια στον Άρη, ενώ το 2002 δημιούργησε την επίσημη μουσική για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 2002 στις χώρες Κορέα – Ιαπωνία.

Το Avopolis ετοιμάζει αναλυτικό αφιέρωμα…

Πηγή