Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου , η σκηνοθέτις της παράστασης «Κάποιος να με Προσέχει», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Αυλαία γράφει στη Lavart με αφορμή την επικείμενη παράσταση.

​Ήταν κοινή επθυμία μας με τον Αντίνοο Αλμπάνη να κάνουμε ένα έργο μαζί. Ο Αντίνοος ήταν μαθητής μου και ηθοποιός μου και η σχέση μας μετράει 21 χρόνια. Έχουμε κοινούς κώδικες και κοινή «παρανοϊκή» αίσθηση του χιούμορ και αυτό είναι κάτι που μου είναι απαραίτητο πια σε μια συνεργασία.

Το «Κάποιος να με Προσέχει» (Someone who ll watch over me- 1991) το είχα δει δύο φορές σε συγκλονιστικές παραγωγές στο Λονδίνο και με είχε «στοιχειώσει».

Το είχα μεταφράσει από παλιά. Το διάβαζα και το ονειρευόμουν χρόνια. Και ήρθε η ώρα να το σκηνοθετήσω με τρεις εκπληκτικούς ηθοποιούς: Τον Αντίνοο Αλμπάνη, τον Πήτερ Ραντλ, πολυαγαπημένο μου μαθητή στο Θέατρο Τέχνης και τον υπέροχο Δημήτρη Μάριζα, στενό μου φίλο και αγαπημένο ηθοποιό.

Την παραγωγή ανέλαβε το Θέατρο Αυλαία και η πανελλήνια πρώτη παράστασή μας θα γίνει στη Θεσσσαλονίκη, μια πόλη- ευχή για μένα. Το θέατρο Αυλαία το αγαπώ σα θέατρο και οι άνθρωποι που το κρατούν (Παύλος και Πέτρος Παλάκας, Παναγιώτης Φανταγμάς) όπως κι όσοι εργάζονται σε αυτό, είναι τόσο καλοί και δοτικοί. Το έργο μας, είναι ένα σπουδαίο έργο.

Με αφορμή την αληθινή ιστορία τριών Δυτικοευρωπαίων ομήρων στο Λίβανο, ο Ιρλανδός συγγραφέας Frank McGuinness μιλά για τρεις άντρες έγκλειστους μέσα σ’ ένα κελί που με τη σειρά τους μας μιλούν για την αγάπη, τη φιλία, όσα δεν προλάβαμε να πούμε, όσα δεν κάναμε, όσες αγκαλιές θεωρήσαμε δεδομένες. Στην πορεία των προβών φωτίστηκαν και άλλες ποιότητες: Ο επαναπροσδιορισμός της αντρικής ταυτότητας και το ιδανικό της γυναίκας.

Ο άνθρωπος χωρίς φύλο, χωρίς στάτους κοινωνικό, χωρίς ταμπέλες και η στάση του απέναντι στον κόσμο. Και όλα αυτά, μέσα από ένα δαιμονικό χιούμορ, μέσα από συνεχή παιχνίδια φαντασίας και επιβίωσης, μέσα από εξομολογήσεις και επικοινωνία χωρίς προσχήματα – από αυτή την επικοινωνία που θα είχαν οι πρωτόπλαστοι: Μόνοι στον κόσμο, έχοντας ο ένας τον άλλο, κάθε ημέρα – ίσως αιώνια, μέχρι να φύγει ο ένας ή ο άλλος.

Συνέχεια στο μυαλό μου έρχεται ο στίχος του John Donne που μουρμούριζε συχνά η μητέρα μου: «Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του, ένα Νησί ακέραιο και ξεχωριστό». Κι όμως, εδώ, η μοναξιά του ανθρώπου φωτίζεται ως η αρχή και το τέλος του, (στην αρχή είναι ο Αμερικανός, αργότερα έρχεται ο Ιρλανδός και τέλος ο Άγγλος, για να φύγουν με την ίδια σειρά).

Είναι η μοναξιά της γέννησης και του θανάτου: Μόνοι ερχόμαστε στον τρομαχτικό κόσμο, μας περιβάλλουν ύστερα με αγάπη ή φροντίδα, κάνουμε σχέσεις, δημιουργούμε απογόνους, βιώνουμε απώλειες αλλά… Ολομόναχοι φεύγουμε.

Γι αυτή την ερημιά μας και πώς ενέχει διπλό πόνο εφόσον κουβαλά το κενό της έλλειψης του άλλου (η μοναχικότητα που δεν προέκυψε από απώλεια άλλου, δεν είναι ερημιά) μιλά και στο έργο ο συγγραφέας μέσα από ένα αρχαίο Αγγλικό ποίημα που συνδυάζει με ένα χωρίο από τη Βίβλο: «Ο άνθρωπος που μένει μόνος, νιώθει οίκτο. Οίκτο για τον ίδιο του τον εαυτό… Όπου πας εσύ, θα πάω κι εγώ και όπου παραμείνεις εσύ, θα μείνω κι εγώ. Ο Θεός σου, Θεός μου και ο λαός σου, λαός μου.»

Κείμενο: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

“Κάποιος να με προσέχει” για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη

Όταν οι σκηνοθέτες γράφουν στη Lavart.

Πηγή