Η Μέλπω Αξιώτη δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Δύσκολες Νύχτες» το 1938 ανατρέποντας τα δεδομένα της παραδοσιακής γραφής στην ελληνική λογοτεχνία. Λόγω της δομής της αφήγησης και του ύφους του έργου που χαρακτηρίζεται από υπερρεαλιστική τεχνική σύνθεσης,  το μυθιστόρημα αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από τους κριτικούς. Μόνο ο Γρηγόριος Ξενόπουλος πίστεψε στη διαχρονικότητα του  ως έργο πρότυπο για την εγχώρια παραγωγή καθώς σήμερα θεωρείται το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα με υπερρεαλιστικά στοιχεία. Πάντως, το έργο βραβεύτηκε το 1939 από τον Γυναικείο Σύλλογο Γραμμάτων και Τεχνών.

Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε το 1905 στη Αθήνα και έζησε τα παιδικά της χρόνια στη Μύκονο όπου μετακόμισε  αργότερα η οικογένειά της. Στην ελληνική λογοτεχνία εμφανίστηκε αρχικά με διηγήματα στο περιοδικό ‘Μυκονιάτικα Χρονικά’ ενώ οι «Δύσκολες Νύχτες» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.  Ο χρόνος και ο χώρος της πλοκής του έργου δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια. Η δράση τοποθετείται  πιθανότατα στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της αναφοράς σε συχνούς πολέμους  ενώ ως χώρος εννοείται η Αθήνα και η Μύκονος. Η υπόθεση του έργου αφορά ασύνδετα κυρίως περιστατικά της ζωής ενός κοριτσιού εύπορης οικογένειας που βίωσε κατά την πορεία της προς την ενηλικίωση.

Φωτογραφία της συγγραφέως από την παιδική ηλικία
Φωτογραφία της συγγραφέως από την παιδική ηλικία

Δομή και μοτίβα


Το μυθιστόρημα διαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια. Η ηρωίδα διηγείται περιστατικά της ζωής της από την παιδική ηλικία, την εφηβεία αλλά  και την ενηλικίωσή της. Το γεγονός αυτό κατατάσσει το έργο στο μυθιστόρημα bildungsroman ή αλλιώς μυθιστόρημα αγωγής. Η ροή της αφήγησης είναι πρωτοπρόσωπη και συνειρμική με τη χρήση αναμνήσεων ενώ ο λόγος προσιδιάζει στον προφορικό γι’ αυτό και η γραφή θεωρήθηκε εσωτερικός μονόλογος. Η αφηγήτρια άλλοτε χρησιμοποιεί παιδικό λόγο άλλοτε λόγο ενήλικα καθώς η μνήμη της διατρέχει πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Αξιοπρόσεκτη είναι η αλλαγή του χώρου καθώς το πρώτο κεφάλαιο τοποθετείται σε αστικό περιβάλλον, τα δυο επόμενα σε νησιώτικο περιβάλλον και το τέταρτο πάλι στην πόλη.

Η μετάβαση από το ένα κεφάλαιο στο άλλο  και συνάμα η πορεία προς την ενηλικίωση χαρακτηρίζεται από την παρουσία προσώπων-μυητών που καθοδηγούν την ηρωίδα. Στο πρώτο κεφάλαιο πρόσωπο-μυητής είναι η γιαγιά που επηρεάζει το μικρό κορίτσι με τις προτροπές της. Στο δεύτερο μυητής είναι ο πατέρας με το εκτενές γράμμα που γράφει στην κόρη του διδάσκοντάς της την αξία της επαφής με τη φύση ενώ στο τρίτο ως μυητές λειτουργούν η θεία-Διαλεκτή, ξανά ο πατέρας και ο Αλέξανδρος, για τον οποίον η ηρωίδα θα νιώσει ερωτικά αισθήματα. Ο Αλέξανδρος καλεί την ηρωίδα να τον ακολουθήσει για να γνωρίσει μαζί του τον κόσμο και τη ζωή στην πόλη αλλά και ο πατέρας την προτρέπει να πάει περιπάτους παρά τα αυστηρά ήθη της εποχής. Πρόκειται για προτροπές προς την αφηγήτρια να γνωρίσει τον κόσμο. Τελικά,  και ο πατέρας και ο Αλέξανδρος πεθαίνουν στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου. Στο τέταρτο κεφάλαιο η ηρωίδα ζει πλέον στην πόλη μόνη της όπου γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του Νίκου. Ο μυητής εδώ είναι ο Νίκος που μαθαίνει στην αφηγήτρια το πραγματικό νόημα της αγάπης.

Η συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη
Η συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη

Τεχνικές και ύφος


Στις «Δύσκολες Νύχτες» η Μέλπω Αξιώτη μεταφέρει την πλοκή από την πόλη στο νησί συνδυάζοντας σκηνικά δράσης τόσο σε εσωτερικούς χώρους όσο και σε εξωτερικούς. Ο χώρος δράσης και η ηλικία της ηρωίδας αλλάζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Η αφήγηση μοιάζει με αναφορά σε διάφορα περιστατικά που έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή της αφηγήτριας αλλά δεν υπάρχει εξέλιξη σ΄αυτά. Αντίθετα, πλήθος προσώπων προερχόμενα από το περιβάλλον της πρωτεύουσας και του χωριού, πρόσωπα προερχόμενα από διάφορες κοινωνικές τάξεις εμφανίζονται για λίγο ή πολύ και έπειτα χάνονται. Η Μέλπω Αξιώτη δε χρησιμοποιεί κάποια εξωτερική σύνδεση των περιστατικών που αποτελούν την πλοκή, η σύνδεσή τους είναι εσωτερική και συνειρμική. Η αφήγηση δίνει την εντύπωση πως καλπάζει προσπερνώντας χρόνια και πρόσωπα, όπως ακριβώς είναι και οι αναμνήσεις μας, με τις πολλές ή ελάχιστες λεπτομέρειες που επιλεκτικά ανακαλούμε στη μνήμη.

Χαρακτηριστικό είναι η πολυφωνική αφήγηση που χρησιμοποιεί η Μέλπω Αξιώτη. Εκτός της βασικής αφηγήτριας, διάφορα πρόσωπα λαμβάνουν τον λόγο για να αφηγηθούν δικές τους ιστορίες ή ιστορίες που άκουσαν από άλλους. Σε κάποιο σημείο μάλιστα του κειμένου διακρίνονται πέντε βαθμοί αφήγησης, για παράδειγμα όταν η Ισμήνη μεταφέρει τα λεγόμενα της Μάγγης που διηγείται τη συζήτηση των γονιών της για την κατάθεση που έκανε η μητέρα της Ισμήνης στο δικαστήριο. Οι κύριοι και οι δευτερεύοντες αφηγητές στις «Δύσκολες Νύχτες» ανέρχονται στους είκοσι επτά ενώ συνολικά τα πρόσωπα που εμφανίζονται είναι εκατόν οκτώ. Η Μέλπω Αξιώτη έχει μάλιστα τη συγγραφική ικανότητα να αναφερθεί με ελάχιστα μέσα και σε ελάχιστο χώρο σε ολόκληρη τη ζωή ενός προσώπου.

Μέλπω Αξιώτη
Μέλπω Αξιώτη

Από τη ζωή της Μέλπως Αξιώτη


Η Μέλπω Αξιώτη έχει συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα «Δύσκολες Νύχτες» πλήθος αυτοβιογραφικών στοιχείων. Οι χώροι στους οποίους τοποθετείται η δράση αποτελούν βιωματικοί χώροι  αφού η συγγραφέας έχει ζήσει εκεί δηλαδή την Αθήνα και τη Μύκονο. Επιπλέον, τα πρόσωπα που περιβάλλουν την αφηγήτρια παραπέμπουν σε αντίστοιχα της πραγματικής ζωής της συγγραφέως. Η καταγωγή της αφηγήτριας από ευκατάστατη οικογένεια που στην πορεία οδηγείται σε πτώχευση, ο μουσικός όσον αφορά το επάγγελμα πατέρας , η απώλεια της μητέρας  μετά το διαζύγιο των γονιών της, η φοίτηση στο σχολείο των καλογριών έχουν αντιστοιχία με τη ζωή της συγγραφέως.

Σημαντικό ρόλο, επίσης, στην πορεία της αφηγήτριας από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση παίζει ο έρωτας και ο θάνατος. Ο έρωτας κυριαρχεί στο τέταρτο κεφάλαιο αλλά η ηρωίδα έχει ήδη γνωρίσει καταστάσεις παρατηρώντας τις ζωές των άλλων. Η Μέλπω Αξιώτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην υποδεέστερη θέση της γυναίκας της εποχής της που υποτάσσεται παθητικά στη μοίρα της καθώς και στα αυστηρά ήθη της επαρχίας. Απ΄την άλλη μεγάλη σημασία παίζει ο θάνατος. Ήδη από την αρχή του έργου γίνεται αναφορά σε διάφορους θανάτους με σημαντικότερους της γιαγιάς και του παππού. Ο αποχωρισμός, επίσης, από τη μητέρα εκφέρεται με τέτοιο διφορούμενο τρόπο ώστε να παραπέμπει σε άλλον έναν θάνατο οικείου προσώπου. Τα πρόσωπα που λειτουργούν ως μυητές του μικρού κοριτσιού σχεδόν όλα –εκτός του Νίκου- πεθαίνουν επιτείνοντας το αίσθημα μοναξιάς της ηρωίδας. Η αφηγήτρια οδηγείται στην ενηλικίωσή της έχοντας πλέον συνείδηση του εαυτού της και του κόσμου που την περιβάλλει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:


  • Μέλπω Αξιώτη, «Δύσκολες Νύχτες», εκδόσεις Κέδρος
  • Καρβέλης Τάκης,(1992) «Μέλπω Αξιώτη», στο ‘Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)’Β΄, σ.262-301. Αθήνα, Σοκόλης
  • Vitti Mario,(1977) «Η γενιά του Τριάντα · Ιδεολογία και μορφή», Αθήνα, Ερμής
  • «Αφιέρωμα στη Μέλπω Αξιώτη», (1993  ), Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 311, Διαθέσιμο στη διεύθυνση:

https://diavazo.gr/periodiko/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82-311/

  • Πύλη της Ελληνικής Γλώσσας

https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/literature/education/literature_history/search.html?details=20

Διαβάστε περισσότερα για την λογοτεχνία εδώ

Πηγή