Η προσφυγική στέγαση και αποκατάσταση των Μικρασιατικών πληθυσμών ήταν ένα σύνθετο και μακροχρόνιο έργο για την Ελλάδα του περασμένου αιώνα. Μέσα στις αντιξοότητες της εποχής, έχει σημασία να παρακολουθήσει κανείς μέρος της ιστορίας  της στεγαστικής αποκατάστασης: Την κοινωνικο-χωρική συγκυρία, την κρατική παρέμβαση για κοινωνική κατοικία, την αρχιτεκτονική της συνθήκης και της περιόδου.

Μικρασιατική καταστροφή και έλευση προσφύγων

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, σε μια στιγμή Ευρωπαϊκής προσπάθειας για επανάκαμψη, η Μικρασιατική Καταστροφή σημαδεύει ανεξίτηλα τον ελληνικό κόσμο:  Ο ελληνικός στρατός ηττάται στον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρά Ασία˙ η πόλη της Σμύρνης καταστρέφεται, δίνοντας τη θέση της σε ένα τοπίο ανθρώπινης θηριωδίας˙ οι ελληνικές κοινότητες που βρίσκονταν συνεχώς και αδιαλείπτως στη Μικρά Ασία από τον 11ο αιώνα π.Χ. αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την περιοχή. (Δαμιανάκος & Σιδωράκης, 2017)

Η Μικρασιατική καταστροφή ήταν η κορύφωση της εισόδου Ελλήνων προσφύγων, ποικίλων γεωγραφικών καταβολών, στη χώρα. Η εισροή ξεκινά ήδη από το 1910, για να επιταχυνθεί αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο: Μεγάλος πλήθος Ελλήνων από την περιοχή της νότιας Ρωσίας φτάνει στην Ελλάδα την περίοδο 1917-18 ως αποτέλεσμα της Ρωσικής επανάστασης. Το 1919, η συνθήκη του Νειγϋ επιτάσσει ανταλλαγή πληθυσμών με τη Βουλγαρία. Το 1923, η συνθήκη της Λωζάνης οδηγεί με τη σειρά της στην ανταλλαγή Τουρκικών και Ελληνικών πληθυσμών (με εξαίρεση τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς της Kωνσταντινούπολης που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή ως το 1918 και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης).

Ο αριθμός των Μικρασιατών προσφύγων που φτάνουν στην Ελλάδα ξεπερνά το 1/5 του τότε πληθυσμού της χώρας: Πρόκειται για λίγο λιγότερους από 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες – κυρίως γυναίκες και παιδιά- που εισέρχονται σε ένα κράτος 5 εκατομμυρίων κατοίκων. Οι μισοί περίπου εγκαθίστανται σε αγροτικές περιοχές και οι υπόλοιποι μισοί σε αστικές. Από τους τελευταίους περίπου οι μισοί – ένα πληθυσμός της τάξης των 300.000 – 400.000 δηλαδή- εγκαθίστανται στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ο πληθυσμός αυξάνεται κατακόρυφα και η προσφυγική στέγαση γίνεται επιτακτικό ζήτημα: Χώροι μη προορισμένοι για στέγαση (αποθήκες, σχολεία, εκκλησίες, θέατρα κλπ) γίνονται οι προσωρινές κατοικίες των νεοαφιχθέντων. Η προσφυγική στέγαση γίνεται μείζον ζήτημα σε μια πόλη που αδυνατεί να καλύψει ακόμα και τις ανάγκες των ήδη υπαρχόντων κατοίκων της. (Γεωργακοπούλου, 2002)

Προσωρινή Στέγαση σε θεατρικό χώρο
Προσωρινή προσφυγική στέγαση στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Κάθε θεωρείο παραχωρήθηκε σε μια οικογένεια
Το τοπίο της Αθήνας του Μεσοπολέμου

Για να καταλάβουμε καλύτερα τις δυσκολίες είναι σημαντικό να σκιαγραφήσουμε τον τόπο που καλείται να τους στεγάσει.

Η Αθήνα του 1922 – μια πόλη με λίγο περισσότερους από 200.000 κατοίκους –  ήδη εμφανίζει έλλειψη σε κατοικίες: 1 μόλις σπίτι αντιστοιχεί σε 10 κατοίκους. (Pentzopoulos,1962) Ο κτισμένος χώρος της αποτελείται κατά βάση από μικροαστικά διώροφα και τριώροφα με κήπους και υπόγειο σε καλή κατάσταση και αρκετά –συχνά επώνυμα– εκλεκτικιστικά κτήρια με μπαρόκ λεπτομέρειες. (Γεωργακοπούλου, 2002) Ο Εκλεκτικισμός αποτέλεσε μια αρχιτεκτονική τάση, όπου δομικά στοιχεία αλλά και αρχιτεκτονικά μοτίβα διαφορετικών εποχών συνυπάρχουν στο ίδιο κτίριο. (Μπαλαφούτης, 2015)

Εκλεκτικιστικό κτίριο
«Ξενοδοχείο Βιέννη», Εκλεκτικιστικού ρυθμού μέγαρο στη Θεσσαλονίκη (αρχιτέκτονας: Γεώργιος Καμπανέλλος)

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και πολλά εξαθλιωμένα σπίτια από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, τα οποία στεγάζουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Έκθεση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας της περιόδου, περιγράφει τις δυσκολίες: Η εργατική στέγη αναφέρεται ως «άθλια», «θλιβερή» και «μόνιμη πηγή λαϊκής δυστυχίας». Πρόκειται κατά βάση για κατοικίες – δωμάτια, με συνολικό μέγεθος περίπου μέχρι 13 τ.μ. Στις 31 ανά 1.000 κατοικίες μάλιστα, δεν υπάρχουν ανοίγματα φωτισμού ή αερισμού, ενώ πέντε ως δέκα οικογένειες χρησιμοποιούν κοινό χώρο υγιεινής. (Γκιζελή, 1984)

Το κέντρο της πόλης φωτίζεται με ηλεκτρισμό – ωστόσο, οι εργατικές συνοικίες χρησιμοποιούν ακόμη πετρέλαιο, ενώ η υδροδότηση είναι ιδιαίτερα προβληματική. Δεν προξενεί, δυστυχώς, εντύπωση ότι είναι περισσότερο ευάλωτες σε πλημμύρες και επιδημίες και αποτελούν «θύλακες εργατικής φτώχειας και περιθωριοποίησης». Λίγο καλύτερες συνθήκες εντοπίζονται στην περιφέρεια της πόλης:  Εκεί εσωτερικοί μετανάστες έχτισαν πιο ευάερα και ευήλια σπίτια με αυλές, κατά την εγκατάστασή τους μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. (Λεοντίδου Λ., 1989)

Προσφυγική στέγαση και κοινωνική κατοικία: Το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων

Αυτό είναι το τοπίο στο οποίο καλούνται να συνυπάρξουν ντόπιοι και Μικρασιάτες πρόσφυγες. Για να καλυφθούν οι μεγάλες ανάγκες της περιόδου χρειάζονται δραστικά μέτρα και θεσμική κινητοποίηση.

Έτσι, λοιπόν, το Νοέμβριο του 1922 ιδρύεται το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων (ΤΠΠ). Παράλληλα, ξεκινά η επίταξη αρχικά περίπου 8000 ακινήτων. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, θα δημιουργήσει προστριβές, ενώ θα καταφέρει να καλύψει ελάχιστα την ανάγκη για προσφυγική στέγαση. Τελικά, ανατίθεται στο ΤΠΠ η κατασκευή καταλυμάτων, με κρατική επιχορήγηση υπό μορφή δανείου. (Γεωργοπούλου, 2002)

Ήδη από το 1922, ξεκινά η κατασκευή του πρώτου συνοικισμού του λεκανοπεδίου στο Παγκράτι, σε μια έκταση περίπου 100 στρεμμάτων. Ο συνοικισμός επεκτείνεται με νέες κατοικίες, το 1923, από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων και το 1924 μετονομάζεται σε Προσφυγικό Συνοικισμό Βύρωνα. Η μετονομασία γίνεται, φυσικά, προς τιμή του Λόρδου Βύρωνα, με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατό του. (refugeesingreece.gr)

Ακολουθεί η δημιουργία συνοικισμών στη Νέα Ιωνία, στην Καισαριανή και στην Κοκκινιά. Κριτήρια για τη επιλογή των σημείων αποτελούν η εγγύτητα στα αστικά κέντρα και η ύπαρξη νερού. (Morgenthau, 1994) Οι περιοχές αυτές, όμως, βρίσκονται στις παρυφές της πολεοδομημένης πόλης και, επομένως, δεν συνδέονται με τα (περιορισμένα) αστικά δίκτυα. Το Ταμείο, όμως, δεν ασχολείται με έργα υποδομής. Μέχρι το 1925, όπου και ολοκληρώνεται η δραστηριότητα του, θα συμβάλει σημαντικά στην προσφυγική στέγαση: Θα κατασκευάσει  4.000 κτήρια με 9.283 δωμάτια – ενώ η ανέγερση άλλων 2.500 κτηρίων (ή 5.990 δωματίων) είναι σε εξέλιξη. Ωστόσο, οι πρόσφυγες που ζητούν κατοικία είναι πολύ περισσότεροι – κι έτσι το ΤΠΠ αντιστοιχίζει ένα δωμάτιο σε κάθε οικογένεια. (Γκιζελή, 1984)

Παράλληλα, το υπουργείο Πρόνοιας κατασκευάζει 18.337 οικήματα μεταξύ  1922-1924. (Καραμούζη, 1999)

Προσφυγική στέγαση και κοινωνική κατοικία: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων

Το 1923 συγκροτείται η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, σε συμφωνία με την κυβέρνηση. Η ΕΑΠ ασχολείται με τη στεγαστική και εργασιακή αποκατάσταση των προσφύγων με ποικίλους τρόπους. (Turner 1968, Λεοντίδου 1989) Ταυτόχρονα δρουν και άλλοι φορείς:  Μεταξύ αυτών, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας που ανέλαβε την Προσφυγική στέγαση και αποκατάσταση μετά την διάλυση της ΕΑΠ το 1930. (Γκιζελή, 1984)

Η ΕΑΠ προσπαθεί να πετύχει τη μέγιστη προσφυγική στέγαση. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις, ακολουθεί μια λογική τοποθέτησης ως και 12 οικογενειών ανά όροφο. (Παπαϊωάννου, 1975) Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή κτιρίων με σχετικά λίγους ορόφους. Η λογική της χωροθέτησης των οικισμών της ακολουθεί αυτή του ΤΠΠ – με επιπλέον στοιχεία στην εξίσωση, αυτά της τιμής γης και στέγης. (Πολύζος, 1978) Έτσι, μεταξύ 1924-30, υλοποιεί κατασκευές κυρίως στον Πειραιά και ακολούθως στο Βύρωνα, στην Καισαριανή, στη Νέα Ιωνία και στον Υμηττό. (Βασιλείου, 1944)

Σχέδιο Συνοικισμού Κοκκινιάς
Σχέδιο του Συνοικισμού της Κοκκινιάς. Η ανέγερση του βασίστηκε στη χρηματοδότηση του ΤΠΠ μέχρι και το 1923. Από το 1924, τη χρηματοδότηση αναλαμβάνει η ΕΑΠ.

Από το 1924, η ΕΑΠ εκκινεί ένα σύστημα εκμίσθωσης κατοικιών, το οποίο σύντομα επεκτείνεται και σε πωλήσεις.  (Γκιζελή, 1984) Ωστόσο, η οικονομική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στους πρόσφυγες και τον οργανισμό εξελίσσεται σε πεδίο εντάσεων μεταξύ κράτους και προσφύγων – ακόμα και μέχρι σήμερα. (Γεωργοπούλου, 2002)

Προσφυγική στέγαση και υποδομές

Η υδροδότηση είναι προβληματική και έτσι η ΕΑΠ διανοίγει πηγάδια στους οικισμούς της. Ωστόσο, αυτά δεν επαρκούν, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται ιδιωτικές πηγές και ως εκ τούτου, το νερό να χρεώνεται. (Μπίρης, 1966) Οι εγκαταστάσεις υγιεινής  αρχικά είναι κοινές – αποτέλεσμα μιας «πιεστικής ανάγκης», όπως μαρτυρά ο Morgenthau, στο βωμό της οποίας «η αξιοπρέπεια, η κοσμιότητα και η άνεση θυσιάστηκαν».  Ωστόσο, στην πορεία, καθίσταται δυνατό να υπάρξουν αποχωρητήρια σε κάθε οικία. (Morgenthau, 1994)

Τα προβλήματα υποδομών όμως δε σταματούν στα αποχωρητήρια: Η επεκτάσεις οδικών δικτύων, στο λεκανοπέδιο, ώστε να συνδεθούν οι προσφυγικοί οικισμοί με το κέντρο δεν ευοδώνονται. Τα αποχετευτικά έργα είναι ιδιαιτέρως ανεπαρκή, με αποτέλεσμα περιοχές όπως ο Βύρωνας και η Καισαριανή να πλημμυρίζουν συχνά.(Γκιζελή, 1984) Στο πλαίσιο αυτών των δύσκολων συνθηκών, η ΕΑΠ με την ΚΤΕ θα κατασκευάσουν μικρές μονάδες ιατρικής περίθαλψης στους οικισμούς της. (Γεωργοπούλου, 2002)

Προσφυγική στέγαση εκτός θεσμών: Παραγκουπόλεις

Παρότι ο αγώνας δρόμου για την κοινωνική προσφυγική στέγαση προχωρά, πολλοί εξακολουθούν να αυτοστεγάζονται:  Από τους πρόσφυγες που βρίσκονται στην πρωτεύουσα, το 1927, περίπου 4 στους 10 αυτοστεγάζονται. Περίπου το 1/3 στεγάζεται χάρη στις κατοικίες που έχουν χτίσει οι προαναφερθέντες φορείς. Ταυτόχρονα, μόλις λίγο μικρότερος αριθμός στεγάζεται σε παραγκουπόλεις που έφτιαξαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες. (Γκιζελή, 1984)

Προσφυγική Παραγκούπολη
Προσφυγική Παραγκούπολη στην περιοχή της Αθήνας.

Μεγάλος αριθμός προσφύγων κατοικεί σε παραπήγματα από ευτελή υλικά. Συνήθως, οι παραγκουπόλεις βρίσκονται κοντά σε πιο οργανωμένες προσφυγικές γειτονιές στις παρυφές της πόλης, αλλά και όπου υπάρχει ελεύθερος χώρος.  Ο Παπαϊωάννου, ωστόσο, εντοπίζει την τέχνη που έχουν βάλει οι κατασκευαστές τους: «(Ε)ξυπνες διακοσμητικές επινοήσεις δίνουν σε αυτές [τις τρώγλες] την εμφάνιση της καλλίτερης ανώνυμης λαϊκής αρχιτεκτονικής είτε ενός εκλεπτυσμένου εξωπραγματικού σκηνικού. (…) (Α)υτές οι τρώγλες δεν θα ήταν διόλου τρώγλες αν δεν συνέτρεχαν (…) οι ασυμβίβαστα μικρές τους διαστάσεις και η ευτελής τους κατασκευή». (Παπαϊωάννου, 1975)

Χάρη σε αυτή τη διάθεση βελτίωσης των όποιων συνθηκών, οι προσφυγικές παραγκουπόλεις δεν εξέπεσαν σε χώρους μεγάλης αστικής υποβάθμισης (slums). Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι οι συνθήκες δεν παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες. Κείμενα της ΕΑΠ αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν μερικές από αυτές τις χτισμένες εκτάσεις, όπου το σύνολο των κατασκευών παρουσιάζει μάλλον την εικόνα ενός τεράστιου στρατώνα παραπηγμάτων (…). Βλέπει κανείς κατοικίες καμωμένες από λάσπη (…) στέγες καλυμμένες από υπολείμματα τενεκέδων ή από το λεγόμενο πισσόχαρτο (…) και κάτω από αυτές τις συνθήκες συχνά τρία, τέσσερα, καμιά φορά και πέντε ή έξι άτομα στοιβάζονται πάνω στο πατημένο χώμα για να περάσουν τη νύχτα. Υπάρχουν γειτονιές όπου ελικοειδείς διάδρομοι κυκλοφορίας των πεζών διακόπτονται από μολυσμένους δύσοσμους σίφωνες, ανοιχτούς, όπου απορρίμματα λιμνάζουν και σήπονται». (Από Αναφορά της ΕΑΠ στο Γκιζελή, 1984)

Με πολύ αργούς ρυθμούς, οι παραγκουπόλεις εξαλείφθηκαν. Για παράδειγμα, στο Δουργούτι (τμήμα της περιοχής του Νέου Κόσμου) το πρόγραμμα μεταφοράς των προσφύγων σε νέα συγκροτήματα πολυκατοικιών ολοκληρώθηκε μόλις το 1971- ακολουθώντας το σύνθημα του Γ. Παπανδρέου «Θάνατος στην παράγκα». (Μυωφά & Παπαδιάς, 2016) Δυστυχώς μέχρι και τις αρχές του 1978, περίπου 3.000 προσφυγικές οικογένειες στις πόλεις ζούσαν ακόμη υπό αυτές τις συνθήκες. (Mavrogordatos, 1983)

 Προσφυγική στέγαση εκτός θεσμών: Εύπορες κατοικίες

Από την άλλη, υπάρχουν και λιγοστοί εύποροι πρόσφυγες. Εκείνοι είτε νοικιάζουν, είτε κατορθώνουν να χτίσουν οι ίδιοι τις κατοικίες τους – όπως στην Νέα Σμύρνη, την Καλλίπολη και τη Νέα Καλλικράτεια (στο νότιο άκρο της Πειραϊκής). Ειδικότερα, πολύ ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της Νέας Σμύρνης:  Το 1923, ευκατάστατοι Σμυρναίοι πρόσφυγες, οργανώνονται και καταφέρνουν την απαλλοτρίωση περιοχής εκεί που βρίσκεται η σημερινή Νέα Σμύρνη. (Χατζατουριάν, 1999) Παρότι αναπτύσσονται σχέδια για πρότυπη οικοδόμηση, η οικονομική κρίση των αρχών του ‘30, δεν θα επιτρέψει την υλοποίηση της. Πολλοί από τους ιδιοκτήτες οικοπέδων αναγκάζονται να τα πουλήσουν και, τελικά, η Νέα Σμύρνη εξελίσσεται σε μη αμιγώς προσφυγική περιοχή. (Γεωργοπούλου, 2002)

Αρχιτεκτονική Τυπολογία κοινωνικών κατοικιών: 1923-1930

Επιστρέφοντας στην κοινωνική προσφυγική στέγαση, έχει πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις τυπολογίες που αναπτύχθηκαν.

Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοικιών που ανέγειρε το ΤΠΠ ακολουθούσαν μια λογική προσωρινού καταλύματος: Επρόκειτο για ξύλινες «χονδροειδείς παράγκες».  Αντλώντας από το (αντί)παράδειγμα του ΤΠΠ, η ΕΑΠ αποφασίζει να κατασκευάσει πιο αποτελεσματικές δομές. Μάλιστα, θέτει επικεφαλής το μηχανικό Σγούτα, ο οποίος, είχε ήδη εργαστεί για το Ταμείο. Το 90% όσων απασχολήθηκαν στην κατασκευή ήταν πρόσφυγες.

Νωρίτερα, οι ίδιοι οι πρόσφυγες είχαν χτίσει απλές κατοικίες από πλίθρες με άχυρο και λάσπη, που ξεραίνονταν υπό τον ήλιο. Αρχικά, η ΕΑΠ ακολούθησε αυτό το «μοντέλο». Στη συνέχεια, όμως, πέρασε σε ξύλινες, σταθερές κατοικίες, κατόπιν σχετικής σύμβασης με το εξωτερικό. Τελικά, μετά από αρκετές δοκιμές, κατέληξαν στην κατασκευή από Ελληνική πέτρα, επενδεδυμένη με σοβά και στέγη από εγχώρια κεραμίδια.

Κατοικία του ΕΑΠ
Αγροτική διπλοκατοικία με κάποια από τα τυπικά χαρακτηριστικά της ΕΑΠ: Τριμερής διάταξη (βάση, κορμός και στέψη) της οικοδομής, ενώ, παρ’ όλη τη χρονική πίεση και τη μαζική παραγωγή κατοικιών από την ΕΑΠ, διακρίνονται διακοσμητικά στοιχεία (π.χ. ακρογωνιαίοι λίθοι στις ακμές της οικοδομής, παραστάδες των παραθύρων).

Οι 2 βασικοί τύποι «δίδυμων» κατοικιών που προέκυψαν ήταν η μονώροφη και η διώροφη – για 2 και 4 οικογένειες αντίστοιχα. Η διαρρύθμιση είναι κοινή: Κάθε κατοικία περιλαμβάνει 3 δωμάτια πολύ μικρών διαστάσεων, όπου το μεγαλύτερο εξυπηρετεί ταυτόχρονα καθιστικό και υπνοδωμάτιο. Η πρόσβαση στα διαμερίσματα της διώροφης γίνεται με εξωτερική σκάλα. Για την όψη τους δε αναφέρεται: «το φυσικό κιτρινωπό χρώμα της μαρμαροκονίας και το φυσικό κόκκινο των κεραμιδιών της στέγης δημιουργούν έναν ευχάριστο και γραφικό συνδυασμό». (Morgenthau, 1994) Τέλος, περιλαμβάνουν κήπο.

Αν και οι κατοικίες της ΕΑΠ χαρακτηρίζονται από επανάληψη και τυποποίηση, τελικά, συναντώνται περισσότεροι από 100 τύποι μέχρι το 1930. Οι επικρατέστεροι (εκτός των προαναφερθέντων) είναι  οι μικρές ελεύθερες μονώροφες κατοικίες, οι  στίχοι σπιτιών (μονώροφα ή διώροφα για 6-12 οικογένειες ανά όροφο) και τα ελεύθερα σπίτια των πιο εύπορων προσφύγων. (Παπαϊωάννου, 1975)

Παράλληλα, το υπουργείο Πρόνοιας, μεταξύ άλλων, συνεισφέρει στην προσφυγική στέγαση υλοποιώντας και αυτό κατασκευές. Ωστόσο, πρόκειται για χαμηλότερου επιπέδου σε σχέση με της ΕΑΠ – με γνωστότερο παράδειγμα τον οικισμό των «Γερμανικών» στην Κοκκινιά. (Γεωργοπούλου, 2002)

Η προσφυγική στέγαση της δεκαετίας του ’30 και η αρχιτεκτονική της

Μετά το 1930, βλέπουμε κάποιες διαφοροποιήσεις στην αρχιτεκτονική που εμφανίζει η προσφυγική στέγαση. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολυκατοικιών της 1ης  περιόδου (1933-1936), αλλά και της περιόδου 1936-1939 (π.χ. στην Καισαριανή, στο Δουργούτι) παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά (Βλάχου, Γιαννίτσαρη, Χατζηκώστα, 1978):  Η κάτοψη τους παρουσιάζει σχήμα  Π ή Γ, ακολουθώντας «ένα υποτυπώδες πολεοδομικό σχέδιο βασισμένο στο ιπποδάμειο σύστημα». (Μαρμαράς, 1997) Με τον όρο «ιπποδάμειο σύστημα» εννοείται το πολεοδομικό σύστημα που εισήγαγε ο Ιππόδαμος στην αρχαιότητα. Το σύστημα αυτό βασιζόταν  στη χάραξη παράλληλων δρόμων, που τέμνονται κάθετα. Έτσι, δημιουργούνται οικοδομικά τετράγωνα, χαραγμένα με ακρίβεια, που χωρίζονταν σε οικόπεδα ίσου εμβαδού. (Πέππας, 2015)

Οι πολυκατοικίες της περιόδου, λοιπόν, είναι κατά βάση τριώροφες και περιλαμβάνουν σκάλες για την εξυπηρέτηση από δύο ως δώδεκα διαμερισμάτων. Οι κατοικίες αποτελούνται από ένα ή δύο δωμάτια, κουζίνα και αποχωρητήριο, μέσου εμβαδού 30 τ.μ.. Υπάρχουν ακόμα και κοινόχρηστα πλυντήρια σε ημιυπόγεια ή ταράτσες  – τα οποία, όμως, συχνά χρησιμοποιούνται επίσης ως κατοικίες, καθώς τα διαμερίσματα δε φτάνουν. Προβλέπονται εγκαταστάσεις νερού και ηλεκτρισμού, αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχει κατάλληλη υποδομή σε όλες τις περιοχές.  (Βλάχου, Γιαννίτσαρη, Χατζηκώστα, 1978)

Τα υλικά που προτιμώνται είναι εγχώρια για οικονομικούς λόγους: Συνήθως, οι πλάκες κατασκευάζονται από οπλισμένο σκυρόδεμα και φέρονται από επιχρισμένες ή ανεπίχριστες λιθοδομές. Μορφολογικά, συνήθως συγκροτούν απλούς παραλληλεπίπεδους όγκους, χωρίς καθόλου διακοσμητικά στοιχεία -με μόνη «εξαίρεση» τους επαναλαμβανόμενους μικρούς εξώστες. Έτσι, τα κτίρια χαρακτηρίζονται από μια αυστηρότητα που παραπέμπει σε «γερμανικό φονξιοναλισμό».  (Φιλιππίδης, 1984)  Συνήθως, οι κατοικίες είναι διαμπερείς και επαρκώς ευήλιες. (Βασιλείου, 1944)

Πολεοδομικές και Αρχιτεκτονικές εξελίξεις της περιόδου

Για να κατανοήσουμε περαιτέρω τις μορφολογικές και λειτουργικές επιλογές στην προσφυγική στέγαση, χρειάζεται να δούμε συνοπτικά τα τεκταινόμενα στα πεδία της Πολεοδομίας και της Αρχιτεκτονικής.

Κατ’ αρχάς, η  πολεοδομική νομοθεσία της χώρας πρωτο-συγκροτείται περί το 1914. Η έλευση των προσφύγων συμβάλλει στο να επιταχυνθούν οι σχετικές διαδικασίες, οδηγώντας σε μια πολύ «γόνιμη περίοδο» μεταξύ 1922-30. (Γκιζελή, 1984) Ψηφίζονται νομοσχέδια για την κοινωνική στέγαση αναπήρων πολέμου, εργατών, προσφύγων και, γενικότερα, όσων εμπίπτουν «(σ)τας απορωτέρας ιδίως κοινωνικάς τάξεις». Εισάγεται ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας («Περί της κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησίας») και ο νόμος «Περί συστάσεως οικοδομικών συνεταιρισμών αστών προσφύγων».

Οι ελληνικές επιλογές επηρεάζονται, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό από τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές θέσεις και εξελίξεις, όσον αφορά στην κοινωνική κατοικία: Ανάμεσα στην κοινωνική κατοικία ατομικού τύπου (μονοκατοικίες κατά ομάδες) και συλλογικού τύπου, θα επικρατήσει η 2η μετά  το 1935 – ως πιο προσιτή επιλογή οικονομικά. Υπάρχει «πειραματισμός» τόσο με χαμηλότερα, όσο και με ψηλότερα, πολυόροφα σχήματα. (Γεωργακοπούλου, 2003)

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κοινωνικός ρόλος του αρχιτέκτονα, αλλά και η ιδέα ανάπτυξης συγκροτημένων προτάσεων ωριμάζει μετά το 1930. (Γεωργακοπούλου, 2002) Μην ξεχνάμε ότι η Ανωτάτη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και πρώτη αρχιτεκτονική σχολή της χώρας, έχει ιδρυθεί πρόσφατα (το 1917). Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ) μόλις πέντε χρόνια αργότερα. (Γιακουμακάτος, 2011) Σκεπτόμενοι και το πολεοδομικό πλαίσιο που ξεκινά να συγκροτείται ουσιαστικά και να εμπλουτίζεται την ίδια περίοδο, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα πρώιμο, αλλά πολλά υποσχόμενο στάδιο στο πεδίο της Αρχιτεκτονικής, αλλά και της Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Οι πρώτοι, λοιπόν, απόφοιτοι της Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ θα κομίσουν την τάση για «μοντέρνα» πολεοδομία και αρχιτεκτονική, κατευθείαν από την Ευρώπη: Εμπνεόμενοι, κυρίως, από το Bauhaus (1919-1932) και το Le Corbusier. (Γεωργακοπούλου, 2002) Και φυσικά, οι επιρροές αυτές αιτιολογούν και τις αρχιτεκτονικές επιλογές στην προσφυγική στέγαση της δεκαετίας του ’30.

Swiss Pavilion
To Swiss Pavilion (κατασκευής 1930-1931) του εμβληματικού Γάλλου αρχιτέκτονα Le Corbusier. Η έννοια της συλλογικής κατοικίας εισχωρεί όλο και περισσότερο στον αρχιτεκτονικό κόσμο της εποχής.
Ο Μοντερνισμός στην Αρχιτεκτονική της δεκαετίας του ‘30

Ο Μοντερνισμός στην αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από λειτουργικότητα, ομοιομορφία, έμφαση στη γεωμετρία και απομάκρυνση από τον διάκοσμο. Η κατοίκηση ερμηνεύεται κυρίως μέσα από την εφαρμογή των κανόνων υγιεινής, τη δυναμική της τυπολογίας και την εξάλειψη της μνημειακότητας. Στον Ελληνικό Μοντερνισμό, ωστόσο, τα παραπάνω χαρακτηριστικά έρχονται σε αντίθεση με το υπάρχον αρχιτεκτονικό τοπίο: Την αναζήτηση της γνησιότητας της ελληνικότητας, την αυθεντικότητα της λαϊκότροπης αρχιτεκτονικής και τον δυναμισμό του εκλεκτικισμού.(Πετρίδου & Ζιρώ, 2015)

Το πνεύμα της εποχής είναι ανοιχτό στη Μοντερνιστική επιρροή: Η κυβέρνηση Βενιζέλου στοχεύει στην οικοδόμηση ενός σύγχρονου κοινωνικού προσώπου. Έτσι, επιχειρεί να συνδυάσει μια ανοιχτότητα στην υιοθέτηση του φονξιοναλισμού ταυτόχρονα με την αναζήτηση χαρακτηριστικών της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Σε περιπτώσεις κτιρίων κοινής ωφέλειας (π.χ. νοσοκομεία), ο διεθνισμός είναι περισσότερο αποδεκτός, αλλά και προτιμότερος οικονομικά, λόγω απλούστερης μορφολογίας. (Φιλιππίδης, 1984)

Επίσης, το 1933 πραγματοποιείται στην Αθήνα το 4ο συνέδριο CIAM (Διεθνές Συνέδριο Νεώτερης Αρχιτεκτονικής). Θέμα του η λειτουργική πόλη και κύρια πρόσωπα οι Le Corbusier και S. Giedion. Μεταξύ άλλων, συζητείται η εξάλειψη της τρωγλοποίησης (Γεωργακοπούλου, 2002) και η «πολυκατοικία» ως λύση προβλημάτων στέγης. Χαιρετίζεται η πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων να κατασκευάσει «πολυκατοικίας διά την απορωτέραν τάξιν της πρωτευούσης» στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. (Μπίρης, 1932)

Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας
Τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας: Δείγμα των επιλογών για προσφυγική στέγαση στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Δεν προξενεί εντύπωση, λοιπόν, πως η προσφυγική στέγαση του ’30 εμφανίζει σαφείς επιρροές από αυτή τη συγκυρία. Οι μορφές του ευρωπαϊκού Mοντερνισμού θα επικρατήσουν στην Ελληνική αρχιτεκτονική – συνδέοντας την Αθήνα με τις άλλες πρωτεύουσες. Ωστόσο, δε σημειώνεται ούτε παράλληλη ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας, ούτε καλλιέργεια προοδευτικών ιδεολογιών για κοινωνική ευημερία. (Πετρίδου, 2007)

Τελικά, η εποχή κινείται προς συντηρητικότερα πρότυπα και τα προγράμματα για προσφυγική στέγαση «στερεύουν». Η πληθώρα εσωτερικών κρίσεων του ’30 θα καταστήσουν το έδαφος άγονο για περεταίρω προβληματισμό πάνω στο Μοντέρνο. Το νήμα ξαναπιάνεται τη δεκαετία του ’50 – όμως, ο οικοδομικός οργασμός δεν ευνοεί σύνδεση με τον μοντερνισμό του Μεσοπολέμου. (Γεωργακοπούλου, 2002)

Βιβλιογραφία

  • Βασιλείου, Ι. (1944), Η λαϊκή κατοικία,  εκδόσεις Π.Α. Διαλησμά, Αθήνα
  • Βλάχου, Γ. – Γιαννίτσαρη, Γ. – Χατζηκώστα, Ε. (1978),  «Η στέγαση των προσφύγων στην Αθήνα και τον Πειραιά στην περίοδο 1920-1940. Προσφυγικές πολυκατοικίες», Αρχιτεκτονικά Θέματα,
  • Γεωργακοπούλου Φ. (2002), Προσφυγικοί Συνοικισμοί στην Αθήνα και τον Πειραιά, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, asiaminor.ehw.gr
  • Γεωργακοπούλου Φ. (2003), Διερεύνηση της επιρροής του μοντέρνου κινήματος στον σχεδιασμό και την ανέγερση των προσφυγικών κατοικιών στην Αθήνα και τον Πειραιά (1930-1940), www.greekarchitects.gr
  • Γιακουμακάτος, Α. (2011) , Η αρχιτεκτονική και η κριτική, Νεφέλη, Αθήνα
  • Γκιζελή, Β. (1984), Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα (1920-1930), ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Αθήνα
  • Δαμιανάκος Δ. & Σιδωράκης Ν. ( Οκτώβριος 2017), Αστική αναγέννηση των ιστορικών συνοικισμών προσφύγων  στην Αθήνα. Η περίπτωση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, Συνέδριο Τμήματος Αττικής Συλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ): ΑΤΤΙΚΗ ΣΕ ΚΡΙΣΗ
  • Λεοντίδου, Λ. (1989) , Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά 1909-1940, ΕΤΒΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ, Αθήνα
  • Καραμούζη, Α. (1999), «Kαταγραφή και χαρτογράφηση των προσφυγικών οικισμών στον ελληνικό χώρο από το 1821 έως και σήμερα», στο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα-Οι προσφυγουπόλεις σην Ελλάδα, πρακτικά συμποσίου που έγινε στην Αθήνα στις 11&12/4/1997, Σχολή Μωραϊτη, Αθήνα
  • Μαρμαράς, Ε. (1997), «Aθήνα 1910-1940. Πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές επισημάνσεις», στο Αρχιτεκτονική και Πολεοδομία. Από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η περίπτωση της Αθήνας, Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 15-18/2/1996
  • Μπαλαφούτης Α. (2015), Διπλωματική Εργασία: Φωτίζοντας την Ελλάδα του 19ου αιώνα: Η περίπτωση του Ερνέστου Τσίλλερ, Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα: Σχεδιασμός Φωτισμού –Πολυμέσα, Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, ΕΑΠ, Πάτρα
  • Μπίρης, Κυπριανός, «Η αστική πολυκατοικία», Τεχνικά Χρονικά, 1/6/1932
  • Μπίρης, Κωνσταντίνος (1966),  Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ον αιώνα, Μέλισσα, Αθήνα
  • Μυωφά Ν. & Παπαδιάς Ε. (2016), Η εξέλιξη της γειτονιάς Δουργούτι στο Νέο Κόσμο από το 1922 εώς σήμερα, athenssocialatlas.gr
  • Ντινιακός Ιωάννης (2007), Αστικός χώρος και ιστορική μνήμη: τα «Προσφυγικά» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, Διπλωματική εργασία, Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης
  • Παπαϊωάννου, Ι.(1975), Η κατοικία στην Ελλάδα. Κρατική δραστηριότης, Αθήνα
  • Πέππας Π. (2015), Η έρευνα των αρχαίων συστημάτων ύδρευσης του Πειραιά. Το Ιπποδάμειο σύστημα και η μορφή των οικιών, Ημερίδα με θέμα «Η έρευνα των αρχαίων συστημάτων ύδρευσης του Πειραιά στο πλαίσιο των έργων του ΜΕΤΡΟ: Μια πρώτη θεώρηση»
  • Πετρίδου Β., «Μοντέρνο κράτος – Μοντέρνα Αθήνα – Μοντέρνα Αρχιτεκτονική» στο Εκδοχές του Μοντέρνου στην Αθήνα του μεσοπολέμου – Τέχνη και Αρχιτεκτονική, Τετράδια του Μοντέρνου τεύχος 04, επιμέλεια Α. Ρόδη, Π. Τουρνικιώτης, Futura, Αθήνα, 2007
  • Πετρίδου Β. & Ζιρώ Ο. (2015), Τέχνες & Αρχιτεκτονική: Από την Αναγέννηση εώς τον 21ο αιώνα, Αθήνα, ΣΕΑΒ
  • Πολύζος, Ι. (1978), Processus d’urbanisation en Grèce 1920-1940, Διδακτορική διατριβή κατατεθειμένη στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζ
  • Φιλιππίδης, Δ. (1984), Νεοελληνική αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα
  • Χατζατουριάν, Β. (1999), Νέα Σμύρνη. Διαδρομές του φακού στην αρχιτεκτονική της εξέλιξη, Ένωση Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Δήμου Νέα Σμύρνης, Αθήνα
  • Mavrogordatos, G. (1983), Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece1922-1936, University of California, Μπέρκλεϊ
  • Morgenthau, H.(1994), Η Αποστολή μου στην Αθήνα. Το έπος της εγκατάστασης, Τροχαλία, Αθήνα
  • refugeesingreece.gr
  • Pentzopoulos, D. (1962), The Balkan Εxchange of Μinorities and its Ιmpact upon Greece , Hurst, Παρίσι
  • Turner JC (1968), Housing priorities, settlement patterns, and urban development in modernizing countries, Journal of the American Institute of Planners, Taylor & Francis 34(6)
Διαβάστε περισσότερα αρχιτεκτονικά άρθρα εδώ

Πηγή