Lucky Jojo Fashion
Συνεντεύξεις

«Νέο Κύμα»: Το μουσικό ρεύμα που άνθισε στην Ελλάδα το 1960

Στις αρχές του 1960, το «Νέο Κύμα» φτάνει στην Ελλάδα. Έρχεται από τη Γαλλία σαν φρέσκο αεράκι, γεμάτο ρομαντισμό και αθωότητα, να δώσει μια νέα πνοή στην ελληνική μουσική και την ελληνική κοινωνία. Το μελαγχολικό του πέπλο θα σκεπάσει στοργικά τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μιας ανήσυχης και καταπιεσμένης γενιάς. Θα συντροφεύσει στους έρωτες και τα φλερτ μιας ταραγμένης εποχής. Μιας εποχής που ακόμα την κυνηγούν τα φαντάσματα του πολέμου, της κατοχής και του αλληλοσπαραγμού. Το Νέο Κύμα θα είναι η τρυφερή απάντηση μια γενιάς που ανησυχεί, μα και ελπίζει…

Μπουάτ_Νέο Κύμα
Ο Γιάννης Πουλόπουλος σε Μπουάτ στην Πλάκα_Νέο Κύμα
«Νέο Κύμα»: Η ιστορική προέλευση και τα χαρακτηριστικά του

Η «Νouvelle Vague» («Νέο Κύμα») γεννιέται στο Παρίσι μέσα από τα συντρίμμια της γερμανικής κατοχής του 1940-1944. Σε αυτά τα τέσσερα χρόνια το Παρίσι είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Οι δρόμοι έχουν ερημώσει λόγω της περιορισμένης κυκλοφορίας των ανθρώπων και των αυτοκινήτων στους δρόμους, και η λογοκρισία κάνει τη γερμανική κατοχή ακόμη πιο αφόρητη. Μέσα στη ζοφερή αυτή ατμόσφαιρα οι Γάλλοι πολίτες βρίσκουν απάγκιο στον κινηματογράφο χωρίς, βέβαια, να είναι ελεύθεροι να παρακολουθήσουν οποιαδήποτε ταινία επιθυμούν. Οι απαγορεύσεις και η λογοκρισία, όμως, σιγά σιγά δυναμώνουν τη φλόγα της ανάγκης για καλλιτεχνική έκφραση και ελευθερία, που μετά την απελευθέρωση του 1944 φουντώνει ακόμα περισσότερο. Άρχιζουν να συστήνονται κινηματογραφικές λέσχες, γύρω από τις οποίες συσπειρώνονται πολλοί σινεφίλ. Μια τέτοια λέσχη είναι και η Cinematheque Francais του Henri Langlois, από την οποία ξεπηδούν κάποιοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της «Nouvelle Vague», η οποία δημιουργείται στη δεκαετία του 1950 από τον Φρανσουά Τριφό και την ομάδα του περιοδικού Τετράδια του κινηματογράφου. «Nouvelle Vague» στα ελληνικά σημαίνει «Νέο Κύμα» και εκφράζει μια ανανεωτική ματιά και αισθητική στη δημιουργία ταινιών τόσο ως προς τα εκφραστικά μέσα όσο και ως προς τη θεματική τους. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι οι Φρανσουά Τριφό, Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Αλέν Ρενέ κ.α.

Στην Ελλάδα το «Νέο Κύμα» έφτασε τη δεκαετία του 1960 ως μια νέα μουσική τάση με εμπνευστή τον μουσικό και συνθέτη, Γιάννη Σπανό. Τα τραγούδια του «Νέου Κύματος» είναι, κυρίως, μπαλάντες και δεν βασίζονται σε χορευτικούς ρυθμούς. Χαρακτηρίζονται από λιτότητα τόσο στη μελωδία όσο και στην αρμονία τους, και η ενορχήστρωσή τους δεν στηρίζεται σε μεγάλο αριθμό οργάνων. Όσον αφορά στη θεματική τους, συνδυάζουν τόσο ερωτικά όσο και κοινωνικά θέματα και εκφράζουν έναν προβληματισμό και μια αγωνία για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του «Νέου Κύματος» διαδραμάτισε η δισκογραφική εταιρεία Λύρα, όπου ηχογραφήθηκαν τα τραγούδια «Μια αγάπη για το καλοκαίρι» και «Μικρό ταξίδι στο γιαλό» σε μουσική Γιάννη Σπανού, στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου και ερμηνεία Καίτης Χωματά. Τα τραγούδια είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό, καθώς εξέπεμπαν έναν αλλιώτικο αέρα, ερχόμενο από το Παρίσι. Τότε ο ιδρυτής της Λύρας, Αλέκος Πατσιφάς, σκέφτηκε ότι αυτή η νέα μουσική τάση που είχε αναδυθεί χρειαζόταν ένα όνομα. Ο Γιάννης Σπανός, επηρεασμένος από τη γαλλική «Nouvelle Vague», πρότεινε τον όρο «Νέο Κύμα», ο οποίος και καθιερώθηκε.

Γιάννης Σπανός, ο «πατέρας» του «Νέου Κύματος» – Βιογραφία

Ο «πατέρας» του «Νέου Κύματος», Γιάννης Σπανός, μέλος μιας πενταμελούς οικογένειας, γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας το 1934. Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος και η μητέρα του, όπως εξομολογείται ο ίδιος, μια πολύ καλή νοικοκυρά. Είχε δύο αδέρφια εκ των οποίων η μεγαλύτερη κατά δύο χρόνια αδερφή του σπούδαζε πιάνο στο Ελληνικό Ωδείο. Η ενασχόληση της αδερφής του με το πιάνο αποδείχτηκε καθοριστική γι’ αυτόν, γιατί τον μύησε στη μουσική και του φανέρωσε τη γοητεία της πιανιστικής τέχνης. Μετά την μελέτη της αδερφής του, καθόταν στο πιάνο και έπαιζε τα κομμάτια που είχε ακούσει από αυτήν, προσθέτοντας και κάποιους αυτοσχεδιασμούς. Παρά το ταλέντο του, ο πατέρας του δεν τον προέτρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το πιάνο, επειδή εκείνη την εποχή το επάγγελμα του μουσικού ήταν υποτιμημένο. Αψηφώντας τη γνώμη του πατέρα του, ο Γιάννης Σπανός ξεκίνησε να παίζει πιάνο στη σχολή χορού της Ηρώς Σισμανίδη, συνοδεύοντας τον χορό των μπαλαρινών. Δυστυχώς όμως, εκεί καταπονήθηκαν τα δάχτυλά του, καθώς ακόμη φοιτούσε στην πρώτη τάξη του ωδείου και δεν ήταν έτοιμος να υποστηρίξει δύσκολα κομμάτια. Έτσι, με συμβουλή γιατρού σταμάτησε να παίζει εκεί και με προτροπή του πατέρα του ταξίδεψε στο εξωτερικό, για να μάθει ξένες γλώσσες.

Νέο Κύμα, Γιάννης Σπανός
Ο μουσικός και συνθέτης, Γιάννης Σπανός

Πρώτος σταθμός στο ταξίδι του ήταν η Γερμανία και συγκεκριμένα το Μούρναου, όπου φοίτησε στο Goethe Institut. Δεύτερος σταθμός ήταν το Λονδίνο και τρίτος και τελευταίος,  που έμελλε να καθορίσει τη μουσική του πορεία, ήταν το Παρίσι. Εκεί, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, έπαιζε πιάνο σε μπουάτ ως ακομπανιατέρ (accompagnateur). Εξασφαλίζοντας, λοιπόν, μια σταθερή δουλειά ως μουσικός, πήρε άδεια παραμονής ως Έλληνας του εξωτερικού. Παράλληλα, η αγάπη του για την ποίηση τον ώθησε να μελοποιήσει γαλλικά ποιήματα. Για την ερμηνεία των μελοποιήσεων συνεργάστηκε με μια διάσημη καλλιτέχνιδα του γαλλικού τραγουδιού που θαύμαζε πολύ, τη Juliette Greco. Δεν συνεργάστηκε όμως μόνο μαζί της αλλά και με ένα άλλο ίνδαλμα του τραγουδιού και του σινεμά που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή, τη Brigitte Bardot. Μετά από μια λαμπρή πορεία στο Παρίσι, επέστρεψε στην γενέτειρά του την Ελλάδα, που τόσο είχε νοσταλγήσει. Με την επιστροφή του ξεκινάει και η ιστορία του «Νέου Κύματος», αλλά και πλήθος συνεργασιών τόσο με καταξιωμένους όσο και με νεότερους τραγουδιστές που άνοιγαν τότε τα φτερά τους. Αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο μουσικό έργο, ο Γιάννης Σπανός απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών από φυσικά αίτια στις 30 Οκτωβρίου του 2019 .

Γιάννης Σπανός, ο «πατέρας» του «Νέου Κύματος» – Εργογραφία

Όταν γύρισε στην Ελλάδα, ο Γιάννης Σπανός γνωρίστηκε με τον Γιώργο Παπαστεφάνου μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με τον Αλέκο Πατσιφά, διευθυντή της νεοσυσταθείσας δισκογραφικής εταιρείας Λύρα. Σε συνεργασία με τη Λύρα και την ερμηνεύτρια Καίτη Χωματά κυκλοφόρησε ένα δισκάκι με τίτλο Μια αγάπη για το καλοκαίρι, με το οποίο εγκαινιάστηκε το «Νέο Κύμα» στην ελληνική δισκογραφία. Ακολούθησε η συνεργασία με τον Τάκη Λαμπρόπουλο και τη δισκογραφική εταιρεία Columbia, όπου γνώρισε τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Σταμάτη Κόκοτα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τη Δήμητρα Γαλάνη. Έπειτα, ηχογράφησε τον δίσκο Οδός Αριστοτέλους, όπου τραγούδησαν η Χάρις Αλεξίου, ο Γιάννης Καλατζής και ο Γιάννης Πάριος.

Ακόμα, έγραψε τους δίσκους Ανθολογία, Ανθολογία Β’ και Τρίτη Ανθολογία, που περιλάμβαναν μελοποιημένα ποιήματα, τα οποία εμπιστεύτηκε σε εξαίρετους ερμηνευτές, όπως ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Καίτη Χωματά, η Πόπη Αστεριάδη, ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Μιχάλης Βιολάρης, η Αρλέτα, η Αλέκα Μαβίλη και ο Κώστας Καράλης. Οι συνεργασίες στην μουσική του πορεία ήταν πολλές. Τραγουδιστές όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος και ο Γιώργος Νταλάρας, και τραγουδίστριες όπως η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Τάνια Τσανακλίδου και η Ελένη Δήμου τραγούδησαν κάποιες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Μουσικό έργο της ωριμότητάς του αποτέλεσε ο δίσκος  …Πλησιάζοντας τον Καβάφη… με μελοποιήσεις καβαφικών ποιημάτων, τις οποίες ερμήνευσε ο Μανώλης Μητσιάς.

Ο κινηματογράφος και το θέατρο αποτέλεσε, επίσης, πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Έγραψε μουσική για ταινίες, όπως οι Σκιές στην άμμο, Το Νυφοπάζαρο, το Ένα καλοκαίρι, η Ερωτική  Συμφωνία, η Αναζήτησις, οι Όμορφες μέρες και ο Παύλος Μελάς. Στο θέατρο χάρισε μουσικές δημιουργίες σε παραστάσεις, όπως Τα κόκκινα φανάρια και Η Γλυκιά Ίρμα με την Έλλη Λαμπέτη, στα πλαίσια της οποίας διασκεύασε την πρωτότυπη μουσική της παράστασης, που έλκει την καταγωγή της από τη Γαλλία.

Η άνθιση των μπουάτ

Οι μπουάτ αποτέλεσαν την κοιτίδα του «Νέου Κύματος». Επρόκειτο για μουσικά και καλλιτεχνικά στέκια, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μουσική και πολιτιστική ζωή της Ελλάδας του 1960. Η λέξη μπουάτ προέρχεται από τη γαλλική γλώσσα και σημαίνει κουτί. Πράγματι, μια μπουάτ ήταν τόσο μικρή όσο ένα κουτί, και ο μέγιστος αριθμό ατόμων που μπορούσε να φιλοξενήσει έφτανε περίπου τα 100 άτομα. Χαρακτηριστικά των μπουάτ ήταν ο χαμηλός φωτισμός, τα φτηνά ποτά, αλλά και η απουσία ηχητικού εξοπλισμού, όπως ενισχυτικές και μικρόφωνα. Όσον αφορά στο κοινό των μπουάτ, πρέπει να πούμε ότι ήταν ένα συνειδητοποιημένο κοινό, που άκουγε προσεκτικά τα τραγούδια και αφουγκραζόταν το νόημά τους.

Τη δεκαετία του ‘60 η περιοχή της Πλάκας πρόσφερε τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μπουάτ, οι οποίες άνοιγαν η μία μετά την άλλη. Εκείνη την εποχή παρατηρούνταν το φαινόμενο της μετακίνησης πολλών κατοίκων της Πλάκας προς το κέντρο της πόλης. Στην Πλάκα λόγω της Ακρόπολης δεν επιτρεπόταν να χτιστούν πολυκατοικίες, και έτσι πολλοί άνθρωποι άφηναν τα σπίτια που είχαν εκεί και νοίκιαζαν διαμερίσματα σε πολυκατοικίες του κέντρου. Τα άδεια σπίτια που άφηναν πίσω τους στέγασαν στη συνέχεια τις μπουάτ. «Πατέρας» των μπουάτ ήταν ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ο οποίος άνοιξε στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου τον «Τιπούκειτο». Αξιομνημόνευτες, επίσης, μπουάτ ήταν και το «Συμπόσιο», η «Παράγκα» του Βασίλη Μαυρομάτη, οι «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη, η «Σοφίτα», η «Κιβωτός» και η «Ρουλότα». Δεν θα πρέπει να λησμονηθεί, ασφαλώς, η μπουάτ «Απανεμιά», η οποία λειτουργεί μέχρι και σήμερα, φιλοξενώντας τόσο παλιούς όσο και νέους καλλιτέχνες.

Νέο Κύμα, μπουάτ Απανεμιά
Μπουάτ Απανεμιά
Η πτώση των μπουάτ

Λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετίας του 1960 οι μπουάτ άρχισαν σταδιακά να ξεθωριάζουν. Σε αυτό συντέλεσε σε πολύ μεγάλο βαθμό η δικτατορία που επιβλήθηκε στη χώρα το 1967. Οι μπουάτ είχαν μπει στο στόχαστρο της χούντας και δέχτηκαν από αυτή σφοδρή επίθεση. Η επίθεση που εξαπολύθηκε σχετιζόταν με το γεγονός πως οι μπουάτ δεν ήταν χώροι απλής διασκέδασης της νεολαίας, αλλά και χώροι προβληματισμού. Διαβάζονταν ποιήματα και τραγουδιόνταν απαγορευμένα τραγούδια, που είχαν λογοκριθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποτελούν σύνηθες φαινόμενο οι συλλήψεις και το κούρεμα των θαμώνων που σύχναζαν εκεί. Έτσι, οι μπουάτ σιγά σιγά έσβησαν και μαζί τους έσβησε και η μαγεία της εποχής εκείνης. Σιγά σιγά άνοιξαν μεγαλύτεροι χώροι διασκέδασης διαφορετικού στυλ, που δεν θύμιζαν τη κλασική ρομαντική μπουάτ της Πλάκας του 1960.

Μπουάτ στην Πλάκα
Μπουάτ στην Πλάκα

Το «Νέο Κύμα», λοιπόν, που ανέτειλε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και έδυσε προς το τέλος  της, μπόλιασε την ελληνική μουσική με νέο ήχο και νέα αισθητική δίνοντας μια νέα πνοή στην ελληνική δισκογραφία. Το Παρίσι αποτέλεσε το φάρο που έδωσε τα φώτα του στον Γιάννη Σπανό και εν συνεχεία σε όλη τη μουσική μας κληρονομιά. Οι μπουάτ, τέλος, οι μικροί εκείνοι χώροι, έκλεισαν μέσα τους, όλη εκείνη τη νέα μουσική γενιά με τα τραγούδια της, αποτέλεσαν δε, σταθμό στην πολιτιστική ιστορία του τόπου.

Η περιπλάνηση μας στον κόσμο του «Νέου Κύματος» δεν σταματά εδώ. Θα ακολουθήσει το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας, που θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας στην ιστορία του και στους ανθρώπους που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μαζί του.

Διαβάστε περισσότερα μουσικά αφιερώματα εδώ.

Πηγή

Tags
Show More

Related Articles

Close