Την πρώτη φορά που άκουσα το δεύτερο άλμπουμ των Sworr. με τίτλο Honest, φορούσα τα ακουστικά μου και βυθίστηκα στον συναισθηματικό κόσμο των δέκα κομματιών του, με τέτοιον τρόπο, που ένιωθα σαν να είχα μπει σε έναν εσωτερικό λαβύρινθο ψυχής. Η έξοδος απ’ αυτόν δεν με απασχολούσε, καθώς η χαρά της εξερεύνησης ήταν αυτή που ικανοποιούσε τις δικές μου (μουσικές ίσως) ανάγκες.

Για τη δεύτερη ακρόαση του Honest, λίγες μέρες αργότερα, άνοιξα τον ενισχυτή για να ακούσω απ’ τα ηχεία και πλέον απελευθερωμένος με την “γνώση” που μου έφερε η πρώτη επαφή με το άλμπουμ, ένιωσα να είμαι μέρος κάποιας συνθήκης όπου απουσιάζει η βαρύτητα. Η ατμόσφαιρα και τα vibes λειτούργησαν ως κάθαρση. Επικοινώνησα τότε μαζί τους μέσω Instagram και τους είπα πως μία δισκοκριτική δεν μπορεί να χωρέσει όλα αυτά που θα ήθελα να γράψω για το άλμπουμ και αφού ήθελα να μάθω πολλά περισσότερα για τους ίδιους, τα σχέδια τους, τις ζωές τους και τις απόψεις τους, κανονίσαμε μια συνέντευξη στην Αθήνα.

sworr_006

Εκείνη την Κυριακή το μεσημέρι στο κέντρο, κατάλαβα πως ο Robin, o Γιάννης και ο Θανάσης, δηλαδή οι Sworr. δεν είναι πλέον «η μπάντα απ’ την Πάτρα» όπως διάβαζα σε διάφορα site. Ήρθαν να μας συναντήσουν μαζί με ένα μικρό team φίλων/συνεργατών τους (management – styling – φωτογραφία), περπατήσαμε σε στοές όπου η χρήση μάσκας μόνο για covid δεν ήταν απαραίτητη, η Αφροδίτη τους φωτογράφισε στην Σταδίου, αλητέψαμε σε ένα υπόγειο parking και καταλήξαμε σε ένα cosy φιλικό café στην οδό Λέκκα για καφέ – φαγητό – μπύρα.

Αφού λοιπόν ανακτήσαμε δυνάμεις, ανάψαμε τσιγάρο και βγήκαμε έξω για την συνέντευξη.

Πως γνωριστήκατε και ποιο σημάδι ήταν εκείνο που σας έδειξε ότι πρέπει να κάνετε τη μπάντα;

Θ: Ο καθένας για διαφορετικούς λόγους βρέθηκε στην Πάτρα και κάπως βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα. Ξεκινήσαμε με τον Γιάννη να παίζουμε μουσική και μετά μπήκε ο Robin.

Γ: Έγινε τελείως random η φάση μεταξύ μας.

R: Εγώ με τον Γιάννη γνωριστήκαμε μέσω μιας κοινής γνωστής. Είχα πάει να συναντήσω την κοπέλα, η οποία ήταν στο σπίτι του. Μέχρι τότε δεν τον ήξερα. Καθόταν σε ένα υπόγειο στο  σπίτι του στην Πάτρα και έφτιαχνε μπιτάκια.

Γ: Καλά, κυρίως βελάκια παίζαμε στην αρχή, μην φανταστείς. (γέλια) Και όσο έπαιζε μουσική – είχαμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε κάποια πράγματα με τον Θανάση – εμείς παίζαμε βελάκια. Ήταν όλο τυχαίο. Δεν κάναμε μουσική για να κυκλοφορήσει.

R: Είχε ένα beat ο Γιάννης σε ένα hip-hop κομμάτι και μου λέει «Α, ξέρεις αγγλικά! Πες κάτι επάνω στη μουσική». Έκανα rap επάνω του, μετά άλλαξε κάπως το κομμάτι, μας άρεσε και σκεφτήκαμε πως κάτι έχουμε εδώ.

Γ: Ναι, κάπως έτσι ξεκίνησε.

Αυτό το κομμάτι υπάρχει; Το ‘χουμε κάπου;

Γ: Είναι το “Troubled Thoughts”, το οποίο βέβαια υπάρχει στο YouTube, αλλά δεν το έχουμε βάλει σε κάποιον δίσκο ούτε το παίζουμε στα live μας πλέον. Αφού το γράψαμε τότε, το στείλαμε στην Εύη Χουρσανίδη για το blog της Άκου Αυτό το οποίο γενικότερα το διαβάζαμε αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα ανεβάσει το κομμάτι μας. Μέσα απ’ αυτό το ας πούμε τυχαίο γεγονός, ακολούθησε το Jumping Fish της Cosmote.

Οπότε μετά σκεφτήκατε πως πρέπει να το συνεχίσετε αυτό το ταξίδι.

Γ: Κοίτα, αφού είχαμε κερδίσει στον διαγωνισμό του Jumping Fish, είχαμε λεφτά να κάνουμε έναν δίσκο. Μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχαμε ιδέα ούτε πως λειτουργεί όλο αυτό, ούτε από στούντιο στην Αθήνα, ούτε ότι χρειάζεται ένας παραγωγός. Τίποτα. Τελείως άκυροι με την όλη φάση.

Την παραγωγή στον πρώτο δίσκο σας την είχε αναλάβει ο Cayetano. Πως προέκυψε εκείνη η συνεργασία;

Θ: Είχαμε κάτσει μία μέρα, ακούγαμε τις παραγωγές διάφορων καλλιτεχνών και σκεφτόμασταν με ποιον θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε.

Γ: Ο Γιώργος τότε ήταν στις Μαλδίβες. Όταν βέβαια τελειώσαμε τον δίσκο είχε έρθει Ελλάδα, αλλά μέχρι εκείνο το σημείο η επαφή μας είχε κάποιες αρκετές ώρες διαφορά. Αλλά και αυτό, πάλι, μέσω ενός κοινού γνωστού ξεκίνησε.

Εντάξει, πάντα βοηθάει ένας ευρύτερος κύκλος γνωριμιών.

Γ: Η αλήθεια είναι πως δεν τον είχαμε.

Θ: Κανέναν δεν ξέραμε και κάπως αυτό πρέπει να το στήσεις.

Γ: Όχι ότι τώρα ξέρουμε κόσμο. (γέλια) Εγώ ακόμα δεν νιώθω πως έχω ή έχουμε κάποιον “κύκλο”. Αθηναίους ειδικά.

R: Πρέπει να είσαι λίγο και εσύ μέσα στην φάση, στον “κύκλο”, για να τους ξέρεις. Αν μένεις στον Ψαθόπυργο στην Πάτρα (σ.σ. η τωρινή/μόνιμη κατοικία του) τι κύκλο να φτιάξεις κατεβαίνοντας μια φορά το μήνα στην Αθήνα; (γέλια)

sworr_005

Αυτή η απόσταση μεταξύ σας (σ.σ. ο Γιάννης στην Χαλκίδα, ο Θανάσης στην Αθήνα, ο Robin στην Πάτρα) έχει κάποια θετική απόχρωση; Που έχει ο καθένας τον χώρο και τον χρόνο του έξω απ’ το συγκρότημα;

Γ: Νομίζω πως πάντα ήμασταν ανεξάρτητοι και είχαμε διαφορετικές παρέες. Μας λείπει όμως η δυνατότητα να πούμε «πάμε στο στούντιο το απόγευμα να παίξουμε;» ή σε ένα σπίτι ρε παιδί μου.

Θ: Ναι, ένας χώρος κάπου, να παίζουμε όλοι μαζί.

R: Παίζουνε και δουλειές και διάφορα. Δεν είναι η μουσική μόνο. Έχουμε και άλλα πράγματα να τρέχουν από πίσω.

Όταν ξεκινήσατε είχατε πλάνο, σχέδιο, στόχους ή πήγατε με την χαοτική ομορφιά του απρόοπτου; Πάμε και όπου καταλήξει ή πάμε και θέλουμε να φτάσουμε “εκεί”;

R: Στην αρχή, ειδικά μέχρι να βγει ο πρώτος δίσκος, ήταν όλο τόσο απρόοπτο που δεν είχαμε καν σχέδια. Θέλαμε απλά να παίξουμε μουσική και να κυκλοφορήσει κάπως, χωρίς να περιμένουμε πως θα φτάσει κάπου. Το να βάλουμε στόχους ήρθε πολύ αργότερα.

Οπότε καταλαβαίνω πως αυτό υπάρχει τώρα. Έχετε στόχους.

R: Ναι, βέβαια.

Θ: Τώρα όλα είναι πιο οργανωμένα και αυτό μας βοηθάει. Υπάρχει η δισκογραφική United We Fly, που ασχολείται περισσότερο με τον προγραμματισμό και έτσι το πλάνο λειτουργεί καλύτερα.

Γ: Όταν ξεκινήσαμε δεν υπήρχαν στόχοι. Τώρα όλο αυτό κάπου πηγαίνει και βλέπουμε πως υπάρχουν στόχοι που μπορούμε να τους πετύχουμε. Για εμένα αυτό, είναι ένα extra κίνητρο να δουλέψω πιο σκληρά. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα πιέσω καταστάσεις και θα λέω «τώρα πρέπει να βγάλω ένα κομμάτι γιατί περνάει καιρός απ’ το προηγούμενο». Όχι. Δεν λειτουργώ με την πίεση του χρόνου αλλά με την “πίεση” της επίτευξης κάποιου στόχου.

Τώρα που ανέφερες τον χρόνο, να σημειώσω πως απ’ τον πρώτο ομώνυμο δίσκο στον δεύτερο, μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια. Για τον τρίτο δίσκο σας πιέζει ο χρόνος; Θέλετε να έρθει πιο σύντομα;

Θ: Είναι και δύο χρόνια η φάση με τον Covid, οπότε χωρίς την πανδημία θα είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα. Υπήρχαν οι σκέψεις και οι ιδέες των κομματιών πολύ νωρίτερα απ’ την κυκλοφορία τους.

Γ: Με την United We Fly ξεκινήσαμε την συνεργασία μας το ’20 και είχαμε έτοιμο τον δίσκο το φθινόπωρο του ’21. Περιμέναμε να περάσει η φάση της πανδημίας, αλλά δεν πέρασε τελικά (γέλια). Όταν ξεκινούσε κάτι να ρολάρει για εμάς, ωπ, καπάκι ερχόταν κάποιο απαγορευτικό κυβερνητικό μέτρο.

Το hype που έφερε η επιτυχία του πρώτο δίσκου, σας επηρέασε προσωπικά ή τον τρόπο που αντιμετωπίζετε τη μουσική σας;

Γ: Ναι, δεν βλέπεις. Ο ένας μένει στον Ψαθόπυργο. (γέλια)

R: Όσο να ‘ναι, αλλάζεις κάπως.

Γ: Εγώ σου είπα. Το αντιμετωπίζω πλέον πιο σοβαρά, με την έννοια πως θα δουλέψω προγραμματισμένα. Βάζω κάποιους στόχους και βλέπω αν μπορώ να τους πετύχω. Εσύ Robin εννοείς κάτι διαφορετικό; Σε επηρέασε κάπως αλλιώς;

R: Όχι. Κυρίως αυτό που λες και εσύ με τους προσωπικούς στόχους.

Θ: Δεν ξέραμε καθόλου πως θα πάει ο πρώτος δίσκος. Βγάζεις κάτι και δεν έχεις ιδέα πως θα πάει. Ειδικά για μια μουσική που ας πούμε, δεν την έχει ξανά ακούσει κανένας. Αλλά βλέπεις ότι αρέσει σε κάποιους, ok, οπότε προχωράς.

Γ: Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως κάνεις μουσική επειδή “αρέσει”. Ο πρώτος και βασικός στόχος της μπάντας, είναι να κάνουμε μουσική που να αρέσει κατά κύριο λόγο σε εμάς. Προσωπικά, δεν θα πω ποτέ «Αυτό άρεσε στον πρώτο δίσκο, ας κάνουμε κάτι αντίστοιχο και στον επόμενο». Και στο “Honest”, αλλάξαμε αρκετά πράγματα γιατί η μουσική που γράφουμε επηρεάζεται και απ’ τα ακούσματα που έχουμε εκείνη την περίοδο.

Τι μουσική ακούτε αυτή την περίοδο;

(συνωμοτικά γέλια)

Γ: Ακούμε πολλά πράγματα.

Θ: Και διαφορετικά μεταξύ μας. Εγώ εχθές έβαλα πάλι τον τελευταίο δίσκο των RHCP, για να δω μήπως τελικά ήταν καλός. Αλλά τελικά πάλι δεν ήταν τόσο καλός (γέλια). Στεναχωρήθηκα λίγο.

Γ: Έχω λιώσει ένα rap άλμπουμ ενός Άγγλου, Dave λέγεται, και έχει γράψει ένα πολύ ωραίο δίσκο, με κοινωνικό περιεχομένο, πολιτικοποιημένο (σ.σ. αναφέρεται στο άλμπουμ We’re All Alone in This Together). Πολύ ωραία φάση.

Και με τι μουσική μεγαλώσατε;

R: Οι μουσικές με τις οποίες μεγάλωσα ήταν jazz, rock, bossa nova, λίγο hip-hop και reggae. Το μόνο ελληνικό άκουσμα που είχα ήταν ο Φοίβος Δεληβοριάς απ’ τον πατέρα μου. Και αυτό επειδή του άρεσε “Η μπόσα νόβα του Ησαϊα”.

Γ: Όταν γνώρισα τον Robin ήταν reggae φουλ. Ακραία φάση (γέλια). Και σε στυλ δηλαδή. Σκέψου φορούσε σαλβάρι και τέτοια.

R: Ισχύει. Είχα και μακρύ μαλλί με τζίβες.

sworr_004

Ίσως έτσι δικαιολογείται το πολύ ωραίο flow που έχεις σε αρκετά τραγούδια σας, αλλά και η τέλεια προφορά που οφείλεται στην καταγωγή σου Robin. Σωστά;

R: Ναι σωστά. Είμαι μισός Άγγλος μισός Έλληνας. Τώρα μένω με την αδερφή μου και έναν Άγγλο φίλο μας, οπότε μιλάμε όλοι μέσα στο σπίτι αγγλικά. Αλλά αυτός φρικάρει με μένα, σε φάση παθαίνει face palm. Μου λέει «Why are you so fucking American? You’re British. Act like a fucking English person» (γέλια). Όταν ήμουν πιτσιρικάς, στην οικογένεια μιλάγαμε φουλ αγγλικά μέσα στο σπίτι και έτσι είχα βρετανική προφορά. Ακουγόμουν πιο πολύ Άγγλος απ’ ότι τώρα. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια αλλάζει αυτό και είναι λογικό. Δεν μένω σε αυτό το σπίτι, δεν ακούω μόνο αγγλικά, οπότε η μόνη επιρροή που έχω είναι η τηλεόραση και η μουσική.

Το τελευταίο σας άλμπουμ, Honest, πώς το γράψατε;

Θ: Κοίτα, είναι και ένας δίσκος που δεν γράφτηκε μέσα σε έναν χρόνο, επειδή συνέβησαν όλα αυτά (τα γνωστά) στις ζωές μας. Οπότε μας βρήκε σε διάφορες φάσεις.

Γ: Θέλαμε να βγει σχετικά πιο γρήγορα ο δίσκος. Κάπου στο ’20 να ήταν. Έτσι είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε κομμάτια νωρίτερα. Όπως το “Tryin” που ήταν και το πρώτο single του άλμπουμ. Σκέψου, το είχαμε παίξει live εδώ στο six d.o.g.s. το ‘19. Νομίζω και το “27. Μετά όσο περνούσε ο καιρός, έφτιαχνα κάτι και το έστελνα στα παιδιά, μου έστελναν κάτι πίσω κ.λπ. Αλλά ουσιαστικά το “Honest” ολοκληρώθηκε σε δύο session, που λειτούργησαν ως “οδηγοί” για την τελική ηχογράφηση-μίξη. Τον Οκτώβριο του ’20 πήγαμε στο χωριό μου, στο σπίτι των παπούδων μου. Καθίσαμε εκεί πέντε μέρες, είχαμε τον εξοπλισμό μας μαζί και γράψαμε καινούργια πράγματα. Κάπου ανάμεσα στο καλοκαίρι και φθινόπωρο του ’21, όλα τα τραγούδια είχαν πάρει πλέον μία πιο ξεκάθαρη μορφή.

Συνήθως έρχεται πρώτα η μουσική και μετά ο στίχος;

Θ: Συνήθως η μουσική σε πρώτη φάση.

Γ: Ναι, ναι. Βέβαια σε αυτόν τον δίσκο,  υπάρχουν και δύο κομμάτια που εξελίχθηκαν γύρω απ’ τις στιχουργικές ιδέες του Robin ή τις μελωδίες φωνής που είχε.

Ποια είναι αυτά τα κομμάτια;

Γ: “For You και “Outro/Insecure. To οποίο “Outro” βγήκε σε τελείως jam φάση μεταξύ μας και χρησιμοποιήσαμε ένα beat που δεν βάλαμε σ’ ένα άλλο κομμάτι. Τυχαία εντελώς δηλαδή, αλλά βγήκε πολύ smooth για κλείσιμο δίσκου και μας άρεσε πάρα πολύ.

Τι φαντάζεστε γι’ αυτόν τον δίσκο; Σχεδιάζετε κάποιο εγχώριο tour ή στο εξωτερικό;

Γ: Σε πρώτη φάση, στόχος μας είναι να κυκλοφορήσουμε στις μεγάλες πόλεις μας και στα καλοκαιρινά φεστιβάλ που διοργανώνονται. Επίσης απ’ τον πρώτο μας δίσκο, αν υπήρχε κάποιος στόχος που συνεχίζει ακόμα, είναι να παίξουμε σε ένα μεγάλο φεστιβάλ τύπου Coachella, Primavera κ.λπ. Ιδανικά στη μία το μεσημέρι με ντάλα ήλιο ή το πρωί, για να απολαύσουμε μετά τους καλλιτέχνες που γουστάρουμε και να τους χαζεύουμε στα backstage (γέλια). Η αλήθεια είναι προς χειμώνα θα θέλαμε να βγούμε και Ευρώπη γιατί και τα streams μας γεωγραφικά προς τα εκεί στρέφονται περισσότερο.

Περισσότερο σας ακούνε δηλαδή στο εξωτερικό.

Γ: Τα στατιστικά λένε Τουρκία, Η.Π.Α., Ελλάδα και ακολουθούν από κοντά Πολωνία, Ρωσία, Γερμανία. Προσωπικά το θεωρώ λίγο περίεργο να μας ακούνε περισσότεροι στην Κωνσταντινούπολη, στο Βερολίνο και στην Βαρσοβία απ’ ότι στην Θεσαλλονίκη. Αλλά η υποστήριξη του ελληνικού κοινού είναι πολύ σημαντική και καθόλου αμελητέα, αν αναλογιστούμε την δυναμική που έχει η χώρα μας για να προβάλλει τέτοιου είδους μουσική. Κάνουν sold-out και τραγουδάνε στίχους μας (ακόμα και τα δύσκολα σημεία) στα live.

Για το live στις 29 Απριλίου στην Αθήνα στο Oddity, έχετε ετοιμάσει κάτι ιδιαίτερο;

Γ: Έχουμε μια επιθυμία να το κάνουμε λίγο πιο “οργανικό”. Ο χώρος είναι πολύ καλός και θα χρησιμοποιήσουμε κάποια visuals. Επίσης, θα παίξουμε και τα δύο άλμπουμ μας.

Μου κάνει θετική εντύπωση – για τα ελληνικά δεδομένα πάντα – πως και στα δύο άλμπουμ σας έχετε παραγωγό. Έχουμε συνηθίσει (και αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους) ο καλλιτέχνης εδώ να τα κάνει όλα μόνος του. Τουλάχιστον σε αυτό που αποκαλούμε ανεξάρτητη/indie/εναλλακτική σκηνή.

Θ: Δεν ξέρω κατά πόσο συμβαίνει αυτό όντως. Δηλαδή, πως τα κάνει όλα μόνος του; Πάντα υπάρχουν και άλλοι που βοηθάνε κάπως.

Εντάξει, μπορεί να μην το κάνει κυριολεκτικά μόνος του, αλλά ο ρόλος του παραγωγού απουσιάζει σε πάρα πολλές κυκλοφορίες. Και όχι μόνο αυτό βέβαια. Για παράδειγμα, σήμερα εδώ, βλέπω μια γενικότερη πλαισίωση από ανθρώπους που φροντίζουν για εσάς. Δεν συνηθίζεται.

Γ: Στο πρώτο άλμπουμ, είχαμε την ευχέρεια των χρημάτων λόγω Jumping Fish και έτσι μπορέσαμε να καλύψουμε την πληρωμή ενός παραγωγού. Αλλά είμαστε και μακριά απ’ την ελληνική νοοτροπία πως ξέρουμε να τα κάνουμε όλα. Δεν μπορεί να ισχύει αυτό. Οπότε, είναι χρήσιμο να υπάρχει ένας άνθρωπος να του πεις «Θέλω αυτό αλλά δεν ξέρω πως γίνεται. Μπορείς να το κάνεις;». Δεν ντρεπόμαστε να πούμε πως δεν ξέρουμε κάτι. Τώρα στο δεύτερο άλμπουμ μας, την παραγωγή την ανέλαβε ο Κώστας Ζάμπος, που ήταν φίλος και ηχολήπτης μας απ’ τα παλιά στο Dudu Loft στο κέντρο. Ανήκει πλέον και στο roster της United We Fly, οπότε ήταν κάτι “οικογενειακό”.

Εμένα μου αρέσει αυτή η προσέγγιση και αυτό που βλέπω σήμερα. Που δεν το πάτε χύμα, τύπου «αυτή είναι η μουσική μας και όπου πάει». Δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι σκέτη, μόνη της. Πρέπει να υπάρχει μια προσεγμένη αντιμετώπιση των καταστάσεων και των επιλογών.

Γ: Είναι και αυτό που λέμε «έκαστος στο είδος του». Είναι και ωραίο να συνεργάζεσαι με άλλα άτομα.

Θ: Ναι, εννοείται. Θα σου δώσουν ιδέες, συμβουλές, θα κάνουν ίσως κάποιες διορθώσεις. Είναι σημαντικό και μαθαίνεις μέσα απ’ αυτά.

Γ: Ο Γιάννης που είναι σήμερα εδώ μαζί μας και μετά θα πάμε να βγάλουμε κάποιες φωτογραφίες για δική μας προσωπική ή commercial χρήση, είναι ένας καλλιτέχνης που μας προσέγγισε γιατί του άρεσε η δουλειά μας. Και είναι πολύ όμορφη αυτή η επικοινωνία. Κάνεις ένα τραγούδι και ξαφνικά ενώνεσαι με άλλες τέχνες που μπορεί να έχεις κάτι κοινό. Αυτό θέλουμε και προσπαθούμε να κάνουμε και στα video clip μας. Όχι μόνο σε επίπεδο artwork, αλλά και τα άτομα που συμμετέχουν να είναι “φρέσκα” και με μια πιο global ματιά.

sworr_003

Νιώθετε καθόλου εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα;

Θ: Ως άνθρωποι ή ως μουσικοί;

Νομίζω ως άνθρωποι το νιώθουμε όλοι αυτό. Ως καλλιτέχνες όμως; Η αισθητική σας, ο ήχος σας, έχει μια global προοπτική και άποψη. Θα λέγατε «Γάμησε το. Πάμε Βερολίνο, Άμστερνταμ, Μάντσεστερ»;

R: Δεν πιστεύω ότι θα είχε και μεγάλη διαφορά. Υπάρχει τρομερή ποσότητα μουσικής και ποιοτική ταυτόχρονα. Μπαίνεις στο Spotify, ανακαλύπτεις καλλιτέχνες από διάφορες χώρες που γαμάνε και έχουν δέκα χιλιάδες listeners. Οπότε, δεν μπορείς να πεις πως θα φύγεις απ’ την Ελλάδα και ξαφνικά τα νούμερα σου θα πάνε στα ύψη.

Δεν έχεις άδικο. Μπορεί τα streams να μην άλλαζαν, αλλά το κοινό στα live σας θα ήταν μεγαλύτερο.

Γ: Σε αυτό ακριβώς θα υπήρχε μια διαφορά. Θα αντλούσες ίσως περισσότερη έμπνευση απ’ τον κόσμο και απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω σου, καθώς όλοι αντιμετωπίζουν την τέχνη κάπως διαφορετικά και με περισσότερο σεβασμό. Θυμάμαι όταν είχαμε παίξει στο Βερολίνο, ο κόσμος μπορεί να ήταν λιγότερος από live που έχουμε δώσει εδώ, αλλά το vibe ήταν εντελώς διαφορετικό. Ο κόσμος ήταν εκεί για τη μουσική και όχι για οτιδήποτε άλλο. Ήταν πολύ όμορφο.

Θ: Και ο κόσμος αυτός είχε έρθει για το φεστιβάλ και όχι για εμάς. Δεν μας ήξεραν καν.

Γ: Αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε κάποιο παράπονο απ’ το ελληνικό κοινό. Αλλά αυτό ήταν κάτι διαφορετικό και το αναγνωρίζουμε. Αν υπήρχε κάποια πρόταση με την οποία θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε εκεί, ίσως και να πηγαίναμε. Σε αυτές τις πόλεις όποια πέτρα και να σηκώσεις γίνεται κάτι καλλιτεχνικό. Υπάρχει σεβασμός για την τέχνη, ενώ εδώ σε αντιμετωπίζουν με ένα στυλ «Έλα μωρέ, εντάξει, μουσική κάνεις».

Σας ενοχλεί η ατάκα «Είναι πολύ καλό για ελληνικό»;

Θ: Να σου πω την αλήθεια, ναι, με ενοχλεί κάπως.

Μπαίνω και εγώ μερικές φορές αυθόρμητα σε αυτό το τριπάκι, αλλά το μετανιώνω γιατί νομίζω πως έτσι μειώνεις την καλλιτεχνική αξία του άλλου. Για παράδειγμα με εσάς, σκέφτηκα αρχικά «Αυτό δεν μπορεί να είναι ελληνικό» και μετά συνειδητοποίησα πως «Αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε Βερολινέζικο». Ανήκει σε όλους.

Γ: Υπάρχουν αρκετές καλλιτεχνικές δουλειές στην Ελλάδα που είναι εξίσου global, αλλά δεν υπάρχουν τα κατάλληλα κανάλια (σ.σ. εννοεί το γενικότερο σύστημα προώθησης και ανάδειξης της τέχνης στην Ελλάδα) αυτή η μουσική να προβληθεί όσο της αξίζει.

Θ: Και συνήθως αυτός που λέει κάτι τέτοιο, δεν έχει ακούσει τι γίνεται μουσικά στην Ελλάδα. Τι έχει ακούσει δηλαδή που ήταν «ελληνικό» και με τι το συγκρίνει;

Σίγουρα υπάρχουν πολλές και καταπληκτικές μουσικές ιδέες σε διάφορα ελληνικά project, αλλά συνήθως (και αυτός είναι δυστυχώς ο κανόνας) λείπει “κάτι”. Ενώ στο “Honest” δεν βρήκα να λείπει κάτι.

Γ: Νομίζω παίζει ρόλο και ο λόγος που ξεκινάς να κάνεις μουσική. Αν θες απλά να γίνεις γνωστός ή να μπεις σε μια “φάση”, τότε συμβαίνει αυτό που περιγράφεις. Αν γράφεις μουσική γιατί είναι ο μόνος τρόπος που ξέρεις να επικοινωνείς τα συναισθήματα σου, θα το κάνεις με τα καλύτερα δυνατά μέσα. Αναφέρομαι στο καθαρά δημιουργικό κομμάτι και στην παραγωγή.

sworr_002

Robin, σε ποιo κομμάτι έχεις πονέσει περισσότερο;

R: Ρωτάς αυτόν που έχει γράψει μόνο μελαγχολικά κομμάτια (γέλια). Δεν ξέρω αν θέλω να πω…

Εντάξει, δεν χρειάζεται να πεις τον λόγο.

R: “For You”.

Γ: Αντικειμενικά, ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι για να γραφτεί.

Από ποια άποψη; Για τα βιώματα του Robin που σχετίζονται με το κομμάτι ή για μουσικούς λόγους;

Γ: Και συναισθηματικά αλλά και γενικότερα για το vibe που έχει. Έπρεπε να εκτελεστεί με συγκεκριμένο τρόπο. Ήταν όλο λίγο δύσκολο.

Εσείς έχετε κάνει αντίστοιχη κατάθεση ψυχής σε κομμάτι όπως ο Robin στο “For You”; Κάτι δικό σας πολύ εσωτερικό; Μια εμπειρία, μια εικόνα, που την αποτυπώσατε μουσικά.

Γ: Όλα έχουν γραφτεί κάπως έτσι. Προσωπικά, παίζει να μην έχω γράψει ποτέ κομμάτι στο στούντιο. Την σύλληψη και την κεντρική ιδέα του εννοώ. Σχεδόν όλα τα έχω γράψει στο χωριό, στο υπόγειο του σπιτιού μου και σε ταράτσες το καλοκαίρι. Παίρνω μαζί μου έναν μικρό εξοπλισμό, όπως ένα midi controller και όλα ξεκινάνε κάπως έτσι. Δεν νομίζω πως είμαστε και απ’ τα άτομα που θα πούμε «έλα να κάτσουμε να βγάλουμε ένα κομμάτι».

R: Τα περισσότερα στην τύχη βγαίνουν. Αυτοσχεδιάζοντας δηλαδή. Και αυτό είναι το πιο ωραίο, γιατί έτσι υπάρχει μια αλήθεια στο κομμάτι για το συναίσθημα που είχες εκείνη την στιγμή. Είναι πολύ τίμιο αυτό.

Robin μπορείς να διαχωρίσεις το συναίσθημα απ’ την ερμηνεία ή υπάρχουν στιγμές που σε παρασέρνει; Να δακρύζεις και να λες από μέσα σου «Έλα ξεκόλλα και στάσου στα πόδια σου».

R: Μπροστά σε κόσμο δεν νομίζω να μου έχει συμβεί. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Βέβαια, δεν έχουμε παίξει ακόμα live αυτά τα κομμάτια που μπορούν να μου προκαλέσουν κάτι τέτοιο, όπως το “For You”. Με το συγκεκριμένο, έχω λυγίσει μια φορά στο σπίτι μόνος μου και στο στούντιο με τα παιδιά. Αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική έκθεση που μου έχει συμβεί μπροστά σε κόσμο. Έχω μια φοβία για το συγκεκριμένο σε live εκτέλεση τι μπορεί να συμβεί (γέλια). Αλλά όταν τραγουδάω βγάζω το συναίσθημα μου. Δεν είναι προαποφασισμένο, τυποποιημένο.

Στις 29 Απριλίου δεν είναι το live που θα κάνετε για την παρουσίαση του δίσκου; Θα το μάθουμε εκεί.

(γέλια)

Info: παρουσίαση δίσκου live στην Αθήνα / στην Θεσσαλονίκη

Πηγή