Τέλη Νοεμβρίου κι ο Brendan Perry έχει κάτι να πει. Δύο χρόνια μετά τον τελευταίο δίσκο των Dead Can Dance και μια ολόκληρη δεκαετία από την τελευταία προσωπική του δουλειά, κυκλοφόρησε, έτσι ξαφνικά, με μηδαμινό σχεδόν promotion (ως αυτοέκδοση χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο label), έναν δίσκο με διασκευές σε ρεμπέτικα. 

Απλά, καθαρά και ξάστερα. 

Μια συλλογή από ρεμπέτικα και δημιουργίες της εγχώριας λαϊκής (για εκείνον folk) μουσικής παράδοσης του 21ου αιώνα δημιούργησαν μια επιθυμία που τρύπωσε για τα καλά στο κεφάλι του βρετανού δημιουργού κι αποφάσισε να το διαπράξει. Το «Φέρτε μια κούπα με κρασί», ο «Μεμέτης» ή το «Μες της πόλης το χαμάμ», μεταφρασμένα στα αγγλικά, περασμένα από την τυπικά βρετανική χροιά του. Η αμείλικτη συνθήκη που επέβαλλε η παγκόσμια υγειονομική κρίση τον κράτησε, όπως όλους μας, εντός των τεσσάρων τοιχών του σπιτιού του, ενώ κανονικά θα συνέχιζε να οργώνει την υφήλιο περιοδεύοντας για τον τελευταίο δίσκο των Dead Can Dance – πρόλαβε μια τελευταία στάση και στα μέρη μας πέρυσι. Αναπληρώνοντας τον χαμένο δημιουργικό χρόνο, συνειδητοποίησε ότι τα σημεία των καιρών τον οδήγησαν στην υλοποίηση ενός απωθημένου που καιροφυλακτούσε καιρό μέσα του.

Μοιράστηκε με την Popaganda, μεταξύ άλλων, τις σκέψεις του πάνω σε αυτό το απρόσμενο για μας δισκογραφικό εγχείρημα…

Πρώτα όμως, μια διευκρίνιση: η ελληνική (μουσική) κουλτούρα αποτελεί διαχρονικά πόλο έλξης κι έμπνευσης για εκείνον. Αρκεί κανείς να ρίξει μια προσεκτική ματιά στη σημειολογία των Dead Can Dance ανά τα χρόνια. Το γιατί επέλεξε να το «επισημοποιήσει» δισκογραφικά φέτος είναι κάτι που έχει μια λογική και σαφή απάντηση: «Η ευκαιρία δεν είχε παρουσιαστεί μέχρι σήμερα. Ακυρώθηκε η ανοιξιάτικη τουρνέ των Dead Can Dance στην Αμερική, επομένως είχα κάμποσο ελεύθερο χρόνο. Επιπλέον, μιας και πρόκειται για δίσκο διασκευών, δεν είχα να γράψω κάτι εκ του μηδενός κι ως εκ τούτου μπόρεσα να ολοκληρώσω το δίσκο στο σχετικά σύντομο διάστημα των 6 μηνών».

Ο δίσκος φέρει τον τίτλο Songs of Disenchantment («Τραγούδια της Απογοήτευσης»). Πράγματι, τα συνήθη μινόρε που συναντάει κανείς σε ρεμπέτικα και παρεμφερή ακούσματα έχουν ένα θρηνητικό ύφος, το οποίο, μέσω της μουσικής έκφρασης, μας ψυχαγωγεί εδώ και δεκαετίες τουλάχιστον. Η σκέψη και μόνο ότι «εκμεταλλευόμαστε» συναισθήματα όπως η απογοήτευση για να παράγουμε το επιθυμητό θετικό αντίκτυπο οδηγεί συνειρμικά σε μια δήλωση του ισραηλινού ραδιοφωνικού παραγωγού Yaron Enosh όταν είχε κληθεί να μιλήσει για τον Καζαντζίδη (ο τελευταίος, όπως κι αρκετές ανάλογες λαϊκές εξορμήσεις του ελληνικού τραγουδιού, τύγχανε ευρύτατης αποδοχής στο Ισραήλ): «Υπάρχει μια ελληνική έννοια, η χαρμολύπη. Δεν μεταφράζεται, συνδυάζει δε τη χαρά με τη στεναχώρια. Αυτός είναι ο σκοπός της μουσικής, να αγγίξει όλο το φάσμα των συναισθημάτων. Ο Καζαντζίδης έκανε ακριβώς αυτό. Βασικός λόγος για τον οποίο όλοι τον θαύμαζαν τόσο.»

Ο ίδιος ο Brendan Perry τι λέει; «Υποθέτω πως έχει περισσότερο να κάνει με την υπέρβαση της λύπης παρά με την εκμετάλλευσή της. Κοιτώντας το από ψυχολογική σκοπιά, συνηθίζεται να βοηθάει περισσότερο την κατάσταση το “άνοιγμα” και η έκφραση ενός ανθρώπου παρά η καταπίεση των όποιων σκέψεων τον βασανίζουν. Όταν μοιραζόμαστε τα ψυχολογικά μας βάρη, τα αντιμετωπίζουμε και, κάποιες φορές, τα ξεπερνάμε με μουσική, τραγούδι και χορό».

Άσχετα με την αντιμετώπιση που θα έχει ο δίσκος οπουδήποτε στον κόσμο, στην Ελλάδα δημιουργήθηκε αυτόματα μια ιδιαίτερη συνθήκη αποδοχής, πυροδοτούμενη από τον γενικότερο κυνισμό μας σε ό,τι αγγίζει εγχώρια καλλιτεχνικά ύδατα προερχόμενο από μια διαφορετική κουλτούρα. Τον απασχολεί άραγε; «Φυσικά και με ενδιαφέρει η ελληνική άποψη, πολλώ δε μάλλον επί του συγκερκιμένου δίσκου. Σίγουρα θα υπάρξουν μουσικοί καθαρολόγοι, ενδεχομένως εθνικιστικών προδιαθέσεων, που θα θεωρήσουν ότι σφαγιάζω ανηλεώς τον πολιτισμό τους – αυτοί βέβαια, έχουν χάσει προ πολλού το νόημα. Το ρεμπέτικο έχει γνωρίσει ανά τις δεκαετίας κάμποσες αναβιώσεις από τη γέννησή του, με κάθε διαδοχική ενσάρκωση δε κάτι καινούριο έχει προστεθεί – τόσο μουσικά όσο και τεχνικά. Η δική μου ερμηνεία είναι μια πιο σύγχρονη προσέγγιση –τραγουδισμένη μεν στα αγγλικά μα πάντοτε με σεβασμό, ελπίζω, στις αρχικές προθέσεις των τραγουδοποιών. Στην Ιρλανδία, ας πούμε,  υπήρχε πρόβλημα σχετικά με την μουσική “καθαρότητα” σε ό,τι αφορούσε την παραδοσιακή ιρλανδική folk.  Οι εθνικιστές εκεί προσπάθησαν να επιβάλλουν ένα σετ κανόνων σχετικά με το πως θα έπρεπε να αποδίδεται και να ερμηνεύεται, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπήρχε καμία εξέλιξη ή πρόοδος μέχρι τα τέλη των 60s – όταν και άνρθωποι που επέστρεφαν από τα “χίπικα” μονοάτια της ανατολικής Ευρώπης έφεραν περίεργα (μουσικά) χρονικά μέτρα κι εξωτικά όργανα όπως το μπουζούκι. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε και το “ιρλανδικό μπουζούκι” μαζί με μια αναγέννηση στην ιρλανδική παραδοσιακή μουσική».

φωτό: William Lacalmontie

Πραγματικός μουσικός νομάς, το μπλέντερ μουσικών επιρροών από όλο τον κόσμο που έχει στο κεφάλι του ενεργοποιήθηκε από νωρίς. Βρετανός στην υπηκοότητα μεν, πολίτης του κόσμου στη συνείδηση και τις πράξεις του. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Λονδίνο, είχαμε όμως μια οικογενειακή φάρμα στην Ιρλανδία όπου περνούσαμε τα περισσότερα καλοκαίρια καθώς και τα Χριστούγεννα. Το 1973 μεταναστεύσαμε στη Νέα Ζηλανδία, στα τέλη της δεκαετίας των ‘70s εγκαστάθηκα στη Μελβούρνη. Από τότε έχω ζήσει σε διάφορες χώρες, πλέον διαμένω μόνιμα στη Γαλλία. Η ειρωνεία σε όλο αυτό είναι ότι είμαι αρκετά σπιτόγατος. Με εξαίρεση τις διαρκείς περιοδείες των Dead Can Dance απολαμβάνω το χρόνο στο σπίτι. Μπορώ να ασχοληθώ με τα ενδιαφέροντά μου ανενόχλητος».

Στην Αυστραλία, και δη στη Μελβούρνη, υπήρχε έντονο το ελληνικό στοιχείο μέσω της αντίστοιχης κοινότητας των μεταναστών. Ο ίδιος μάλιστα έχει δηλώσει ότι εκεί πρωτοήλθε σε επαφή με την ελληνική μουσική παράδοση. «Εκτός από την ελληνική κοινότητα υπήρχε έντονη ιταλική και τουρκική παρουσία στη Μελβούρνη που της προσέδιδε μια γενικότερη μεσογειακή αίσθηση. Δούλευα part time σε ιταλικά και λιβανέζικα εστιατόρια, εκεί μπορούσες να ακούσεις πολλή διαφορετική μουσική και να αναμειχθείς με το αντίστοιχο ανθρώπινο στοιχείο. Σε καλλιτεχνικό/πολιτισμικό επίπεδο ωστόσο είχα σχετικά μικρή επαφή με την ελληνική κουλτούρα».

Η κουβέντα αναπόφευκτα οδηγείται στους Dead Can Dance. Τονίζω ότι είναι μάλλον οι δημιουργοί και ίσως οι μοναδικοί πρέσβεις αυτού που ονομάστηκε (κάπως δημιουργικά είναι η αλήθεια) “neoclassical darkwave worldbeat” – η ιστορία έδειξε ότι new age σχήματα των 80s και 90s που αποπειράθηκαν κάτι (έστω κι ελάχιστα) παρόμοιο δεν είχαν την ανάλογη αποδοχή και διάρκεια. Έχει αναλάβει όμως ο ίδιος κάποιου είδους «πολιτισμική ευθύνη» της καινοτομίας; «Δεν αισθάνομαι ευθύνη για κάτι που ήδη έχουμε δημιουργήσει. Αυτό εμπίπτει στην κρίση των άλλων. Η μουσική είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη, επαναστατική ροή της ανθρώπινης συνείδησης μέσω του ήχου, καθένας από εμάς μπορεί να πει μέσω της τη δική του ιστορία. Η εκάστοτε φόρμα είναι ήσσονος σημασίας μπροστά σε αυτό. Αυτό που μετράει είναι η συναισθηματική, πνευματική φόρτιση που προκαλεί η μουσική. Για εμάς, το να εξελισσόμαστε συνεχώς και να ανακατεύουμε είδη κι επιρροές έχει να κάνει με το να διαμορφώνουμε τρόπους μέσω των οποίων το ζητούμενο συναίσθημα μπορεί να λειτουργήσει κατά το βέλτιστο δυνατόν».

Μάλιστα. Επιρροές. Σας ακούμε κύριε Perry… «Είναι τόσες πολλές που άπαξ και ξεκινήσω να τις αναφέρω μάλλον θα μπερδευτεί ο αναγνώστης. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο, το να προσπαθήσει κανείς να βγάλει άκρη πιστεύω ότι είναι άνευ σημασίας. Επομένως αποφεύγω ευγενικά αυτή την ερώτηση!».

Παρατηρεί κανείς ότι οι δύο τελευταίοι δίσκοι των Dead Can Dance φέρουν ελληνικό χρώμα στον τίτλο (Anastasis και Dionysus)… «Η ονοματολογία των δίσκων πάει βαθύτερα από τον τίτλο. Το “Dionysus” είναι κόνσεπτ άλμπουμ που εξερευνά τις διαφορετικές λατρείες του Διόνυσου ενώ το “Anastasis” πήρε αυτό το όνομα από την επανένωση των Dead Can Dance ύστερα από χρόνια, ήταν η μουσική “ανάστασή” μας τρόπον τινά. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας στις τέχνες, τη μυθολογία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την επιστήμη την καθιστούν μια εξαιρετικά πλούσια πηγή ανθρώπινης γνώσης. Είχα διδαχτεί μάλιστα αρχαία ελληνικά και λατινικά στο πρώτο μου σχολείο και μου έχουν μείνει από τότε που ήμουν παιδί. Όπως μου έμεινε και η Οδύσσεια του Ομήρου, που την είχα διαβάσει όταν ήμουν δέκα χρονών. Εκτός των άλλων, είχα παραλίγο αγοράσει έναν κατοικήσιμο ανεμόμυλο στην Ιθάκη πριν λίγα χρόνια!».

Η αναπόφευκτη ερώτηση-κλισέ του 2020: θεωρεί άραγε ότι η τρέχουσα πανδημία έχει ζημιώσει τους καλλιτέχνες (πολύ) περισσότερο από άλλα επαγγέλματα; «Μα φυσικά! Προ πανδημίας υπέφεραν ήδη οι καλλιτέχνες για διάφορους λόγους, μόνο ένα μικρό ποσοστό μπορεί να βιοπορίζεται μόνο από τη δουλειά του, χωρίς καμία επιπλέον στήριξη. Επομένως, ναι, η πανδημία επέφερε καταστροφικές συνέπειες σε όλο το καλλιτεχνικό φάσμα»

Κλείνοντας, του ζητώ κάτι που θα ήθελε να μοιραστεί με τους έλληνες θαυμαστές του. Η απάντησή του είναι μια όμορφη, αφοπλιστική προτροπή…

«Να ενστερνίζεστε την καλοσύνη».

Μπορείτε να ακούσετε, κατεβάσετε ψηφιακά ή να αγοράσετε σε βινύλιο το Songs of Disenchantment – Music from the Greek Underground εδώ

Πηγή