Η ανακοίνωση της μεταγραφής της «δικιάς» μας Σtella στην ιστορική, αμερικανική δισκογραφική Sub Pop νωρίτερα μέσα στο χρόνο, για την κυκλοφορία του νέου, τέταρτου της δίσκου, ήταν μία είδηση που έγινε αποδεκτή με αυθεντική χαρά και μία περίεργη αίσθηση δικαίωσης για εκείνη την ντόπια γενιά μουσικών που άρχισε να ανθίζει στα απόνερα της κρίσης. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει που η εταιρεία της εμπιστεύτηκε μία σημαντική στροφή στον ήχο της, στην οποία η Eλληνίδα συνθέτρια ακολουθεί την χιπστερική, ethnic λεωφόρο που γκάζωσαν μπάντες όπως οι Khruangbin και οι Altın Gün πιο προσφάτως, αλλά με ρωμέικη, μουσική ψυχή.

Με άλλα λόγια η Σtella πήρε τη γνωστή της συνταγή γλυκόπικρης dream-pop και την μπόλιασε, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε γενναία, με στοιχεία του δικού μας εξωτικού, εξαγώγιμου χαρμανιού, αυτού του λαϊκού στην πολύ αόριστη του μορφή. Θα ακούσετε το μπουζούκι του Χρήστου Σκόνδρα στον μισό και βάλε δίσκο, το κανονάκι της Σοφίας Λαμπροπούλου στα “The Truth Is” και “Who Cares” και όλους εκείνους τους ρυθμούς που στροβιλίζονται εκεί που “η Ανατολή συναντά τη Δύση”, ενσωματωμένους σε ένα δοκιμασμένο, εξευγενισμένο περιβάλλον υπό την μαεστρία του παραγωγού Tom ‘Redinho’ Calvert. Όσα τραγούδια κουρνιάζουν στην ασφαλή αγκαλιά αυτής της κλασικής, ηχητικής διασταύρωσης, λειτουργούν και με το παραπάνω: η τσιφτετελοενέργεια του ομότιτλου του δίσκου, εισαγωγικού τραγουδιού σε ανεβάζει στο ρετρό τραπεζάκι με το σεμεδάκι -παρακαλώ-, το “Nomad” είναι μία πονόψυχη μπαλάντα γεννημένη στις συναισθηματικές, ψευδοερήμους της ελληνικής Γης, στο “Another Nation” η Σtella έχει κάτι από το τσαγανό των σκληρών γυναικών της Φίνος και το “Who Cares” είναι υλικό κατευθείαν για sample σε επόμενο δίσκο των Avalanches. Εκεί που τα πράγματα χωλαίνουν είναι όταν τα τραγούδια τείνουν προς τους πόλους της σχετικής, συνθετικής φόρμουλας, όπου εκεί αυτοεξουδεωρόνονται από την αντίστιξη τους με όλα τα υπόλοιπα στα οποία η ισορροπία είναι αρμονική. Για παράδειγμα το “Manéros” θα μπορούσε να είχε γεννηθεί τυχαία από έναν generator στον οποίο θα εισάγαμε τις λέξεις “balkan music” και “ Khruangbin”, ενώ στον αντίποδα τα “Charmed”, “Black And White” και “Titanic” είναι εύκολα προσπελάσιμες στιγμές, ουδέτερης indie pop, που δεν προσθέτουν κάτι στο όραμα της μουσικού, παρά ίσως σε μία γενικευμένη αίσθηση μελαγχολικής ανεμελιάς που αποπνέει συνολικά ο δίσκος.

Στο τέλος, πάντως, αυτό που έχει σημασία είναι ακριβώς αυτή η ευφορική, μεσημεριανή, θερινή ραστώνη που αφήνει κάθε ακρόαση του Up And Away. Οπότε αν σας έρθει και κανένα χασμουρητό εδώ και εκεί, θα ξέρετε τον λόγο.  

 

Πηγή