Διασχίζω την Αλεξάνδρας. Κίνηση, πολύ. Σε μια άλλη άκρη της πόλης, όχι πολύ μακριά, άνθρωποι διεκδικούν δικαιώματα, πορεία, φωνές, μπορεί και ξύλο. Διασχίζω τη Μιχαλακοπούλου, κίνηση, πολύ, στο κέντρο της πόλης κάτι γίνεται, στα ακουστικά όμως παίζει άλλος κόσμος. Αφήνομαι. «Όταν στα μάτια σε κοιτώ, δεν θέλω να τα κλείνεις, γίνεσαι νύχτα βροχερή κι απ’ έξω με αφήνεις». Μεσημέρι προς απόγευμα. Μπήκε ο Ιούνης. Ήλιος, ζέστη. Τα ακουστικά υπενθυμίζουν. «Κλαίω γιατί σε ξέχασα και όχι που δεν σε σ’ έχω». Ήλιος ντάλα, Μιχαλακοπούλου σε τρανς. Δεν ξεκινάμε καλά. Πατάω στοπ στο «Λιανοτράγουδο» και ψάχνω την πολυκατοικία του Ρετιρέ.

Η αφορμή για αυτή τη συνάντηση στην πολυκατοικία που κρύβεται στους τίτλους του πιο guilty pleasure σήριαλ του Mega, είναι δύο δίσκοι που άφησαν εποχή. Η μάλλον καλύτερα, η διαφορετική παρουσίαση τους, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Την Τρίτη 29 Ιουνίου. Τότε που η φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, με τη βοήθεια της Καμεράτας (για πρώτη φορά), θα χαϊδέψει και πάλι με τη γνωστή της τρυφερότητα, την ποίηση που κρύβουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά (σε μουσική διεύθυνση του υποψήφιου για Grammy, Γιώργου Πέτρου). Τα «Τραγούδια για τους Μήνες» σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου (πρώτη κυκλοφορία: 1996) και το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» σε μουσική του Νίκου Ξυδάκη (πρώτη κυκλοφορία: 2006). Δέκα χρόνια να τα χωρίζει. Δέκα χρόνια να τα ενώνει. Δύο δίσκοι, «Δύο Σταθμοί», βινύλια- cd, χωμένοι με περηφάνια στις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ της κατηγορίας «από τότε που θυμάται τον μουσικό της χάρτη αυτή η χώρα». Και δύο από τα σπουδαιότερα που έβαλαν τους ωραίους μας ποιητές σε «ξέφρενο» και απρόσμενο μουσικό ταξίδι. Ο πρώτος δίσκος σφίγγοντας στην αγκαλιά του ποιήματα των Οδυσσέα Ελύτη, Σαπφoύς, Μαρίας Πολυδούρη, Κώστα Καρυωτάκη και Μιχάλη Γκανά. Και ο δεύτερος αγγίζοντας ποιήματα της Σαπφούς σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη αλλά και άλλα των Κώστα Καρυωτάκη, Κ.Χ. Μύρη και Διονύση Καψάλη.

«Εδώ στου δρόμου τα μισά, έφτασε η ώρα να το πω, άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, γι’ αλλού, γι’ αλλού ξεκίνησα». Ανεβαίνοντας στην αετοφωλιά του «Ρετιρέ», κι ακούγοντας σαν ψίθυρο ευγενικής υπενθύμισης, το «Παράπονο» του Ελύτη, προσπαθώ να θυμηθώ (πρωτού τη συναντήσω), πως κατάφερνε να τρυπώνει αυτή η φωνή στην «άλλη πλευρά». Όπου «άλλη πλευρά» όλοι εμείς που περάσαμε μια εφηβεία «που δεν άκουγε ελληνικά». Και ήταν λίγες οι φωνές που το κατάφεραν τότε. Να σε επαναφέρουν. Λίγες οι φωνές (και τα τραγούδια τους) που, μεταξύ μας, έκαναν απίθανη δουλειά. Που λειτούργησαν σαν άγκυρα. Γιατί στην προσπάθεια σου να «διαλύσεις» τα πάντα, υπήρχαν αυτές που σε συγκρατούσαν για να διαλύσεις τα λιγότερα. «Ας είν’ ωστόσο, τι ωφελεί, γυρεύω πάντα το φιλί, στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση». Γιατί εκεί που βυθιζόσουν στη δισκογραφία των Smiths και του Morrissey, υπήρχε αυτός ο μελοποιημένος Ναπολέων Λαπαθιώτης από τον Νίκο Ξυδάκη και τη Φωνή της Ελευθερίας (δικός σου άνθρωπος, τι τα θες τα επίθετα), να σε επαναφέρει στην ελληνικότητα σου. Και να σου υπενθυμίσει πως ότι και να κάνεις, όπου και να τα ταξιδεύεις, αυτό «το φιλί που δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να σου το δώσει», θα σε κυνηγά για πάντα. Με αυτή τη φωνή που θα χορεύει για πάντα μέσα στο κεφάλι σου

«Το ξέρεις πως υπάρχει ακροστιχίδα μέσα στο Ερωτικό ε; Τα αρχικά γράμματα κάθε στίχου, σχηματίζουν το όνομα του Κώστα Γκίκα, του αγαπημένου του ποιητή. Καταπληκτικό!»

Θα ήθελα να περάσω ένα απόγευμα μιλώντας μαζί της μόνο για αυτό. Πως το επέλεξαν, πως μπήκε στο στούντιο για να το τραγουδήσει. Πως αισθάνθηκε. Τι είναι γι’ αυτή, ετούτο το τραγούδι. «Η αρχή μιας φιλίας» λέει, «Ο Νίκος ήταν θαμώνας της Οπισθοδρομικής Κομπανίας. Εκεί με γνώρισε. Και με κάλεσε κάποια στιγμή να συμμετάσχω σε ένα δίσκο που ετοίμαζε. Να πω αυτό το κομμάτι. Είναι απίστευτο πώς το μελοποίησε. Αρμονία. Με αυτό ξεκίνησε και η παρέα μας, και η μουσική και η πιο ουσιαστική».

Ο όμορφος τιγρόγατος Τσίλι έρχεται και κουλουριάζεται στα πόδια μας. «Ο γιος μου ο Λεωνίδας τον έβγαλε έτσι από τους Red Hot Chili Peppers. Είναι έντεκα και μου έχει διαλύσει πολλούς καναπέδες». Χαμογελά. Πίνει καφέ (με λίγη ζάχαρη) και εγώ κλέβω ματιές έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Το Χίλτον, η πόλη από ψηλά που μοιάζει ακόμη και τη μέρα γοητευτική. Αναρωτιέμαι πως πήγε ο «εγκλεισμός».

«Ο πρώτος πήγε καλύτερα από το δεύτερο. Την πρώτη φορά ξεκουραστήκαμε. Η δεύτερη όμως ήταν σαν κινούμενη άμμος, δεν ήξερες πότε θα σε τραβήξει κάτω. Και γύρω σου θλίψη. Συνάδελφοι που στηρίχτηκαν σε συσσίτια, που βασίστηκαν σε ότι είχαν μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια. Και πόσοι πάλι δεν είχαν μαζέψει. Γιατί πόσα να βάλεις στην άκρη μετά από τόσα χρόνια κρίσης. Ήταν που ήταν σκληρή η εποχή ήρθε κι η πανδημία και τα έκανε χειρότερα»

Ανυπομονείτε να ξαναβρεθείτε με το κοινό;

«Φοβάμαι. Υπάρχει ένας κόσμος που περιμένει. Αναρωτιέμαι πως είναι να ξαναστηθώ πάνω στην σκηνή. Σχεδόν ένα χρόνο τώρα και είμαστε εκτός. Έχουμε ξεχάσει πως είναι. Αναρωτιέμαι λοιπόν… ναι αυτό, όχι το «φοβάμαι». Με περιγράφει καλύτερα».

Όταν ξεκινούσατε και κοιτάγατε μπροστά, τι «βλέπατε»;

«Δε έβλεπα, δεν σκεφτόμουν κάτι. Όταν μπήκα στη μουσική με την κομπανία, ήταν μια ξέγνοιαστη περίοδος. Μιλάμε για το 1980. Η πρώτη φορά που βγήκα στη σκηνή ήταν με την Οπισθοδρομική και τον Σαββόπουλο. Με τη διάλυση της, είχα σκεφτεί να εγκαταλείψω το τραγούδι. Μου είχε κοστίσει πολύ».

Ήσασταν «της ομάδας»;

«Όταν είσαι μέρος μιας παρέας, είσαι πιο χαλαρός. Παίρνουν κι άλλοι ευθύνες, δεν είσαι μόνος σου. Τσακώνεσαι ή συμφωνείς. Χωρίς άγχος. Ομάδα. Έτσι ένοιωθα στην Οπισθοδρομική. Και μετά, ξαφνικά διαλύθηκε, και ήμουν μόνη. Κι έπρεπε εγώ να αποφασίζω για όλα».

Πως έγινε η επαφή με την παρέα αυτή;

«Είχα ακούσει για μια ομάδα παιδιών, φοιτητών, οι οποίοι παίζουν ρεμπέτικα και γυρνάνε σε ταβέρνες στην Αθήνα και βγάζουν καπέλο. Και υπήρχε κόσμος που ήξερε αυτή τη διαδρομή τους στις ταβέρνες και τους ακολουθούσαν κι όλας. Αυτά πριν πάω εγώ. Κι ένα βράδυ που ήμουν σε μια ταβέρνα και τραγουδάγαμε, ρεμπέτικα και λαϊκά τύπου «Βαρέθηκα τον κόσμο πια καλογριά θα γίνω» τώρα που το θυμάμαι, κάθισαν κι αυτοί στο τραπέζι. Και ξαφνικά αρχίσαμε να τραγουδάμε όλοι. Και την άλλη μέρα, μου λέει ο Άγγελος ο Σφακιανάκης, ο αρχηγός τους, σου έχουμε μια πρόταση. Θα παίξουμε με τον Σαββόπουλο. Θες να έρθεις και συ παρέα; Τόσο απλά έγινε. Και τόσο τρελά. Και εγώ είχα λατρεία στον Σαββόπουλο εντωμεταξύ. Την προηγούμενη χρονιά ήμουν από κάτω και χειροκροτούσα. Αλλά είχα αυτή την ωραία άγνοια κινδύνου. Μετά την έχασα, πάει (γελάει)».

Τότε καταλάβατε πως η φωνή είναι το όπλο σας;

«Μετά το Κοντραμπάντο. Μετά από αυτό κατάλαβα πως ανήκω στο χώρο της μουσικής και πως εκεί θα έπρεπε να δοκιμαστώ. Και το «είμαι μόνη μου, πάμε», έγινε με αυτόν τον δίσκο».

Κομβικό σημείο αυτός ο δίσκος για σας.

«Μετά τη διάλυση της κομπανίας δεν ήξερα πως να είμαι μόνη. Βρέθηκε όμως ο Χρήστος Νικολόπουλος και με φώναξε να κάνουμε μια παράσταση παρέα. Εκεί γνώρισα τον Σταμάτη Σπανουδάκη. Και έτσι ξεκίνησε ένας δρόμος που δεν τον άνοιξα εγώ, άνοιξε μόνος του. Είδα ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκα. Και μπήκα σίγουρη, καλά. Αυτό που έγινε με το «Κοντραμπάντο» δεν το περίμενα. Ούτε ο Σταμάτης. Ξαφνικά να βιώνουμε ένα τρομερό επίπεδο πωλήσεων και μια πολύ καλή αποδοχή από τα μέσα και τους κριτικούς. Ήταν απρόσμενο. Από εκεί που κάθεσαι στις καρέκλες και τραγουδάς μαζί με τ’ αγόρια διάφορα ρεμπέτικα και λαϊκά, σηκώνεσαι όρθια. Ήταν θέμα για μένα. Πως πρέπει να είσαι όρθια; Μετά από αυτή την περίοδο, του Νικολόπουλου και του Σπανουδάκη, είπα εδώ είμαι, ας δούμε τι μπορώ να καταφέρω».

Νιώθετε πως έχετε τραγουδήσει όλα αυτά που θα θέλατε;

«Λόγω κακού χειρισμού θα μπορούσα να είχα τραγουδήσει και άλλα, πράγματα που λατρεύω».

Όπως;

«Δεν θα σου πω, δεν έχει σημασία. Πιο πολύ δεν έχω μετανιώσει πάντως για κάτι που έκανα, αλλά για κάτι που δεν έκανα».

Νιώθετε τυχερή;

«Έχω δει πολλές ευκαιρίες να περνούν από μπροστά μου αλλά οκ, νιώθω πως ανέβηκα στο τρένο την κατάλληλη στιγμή. Οπότε ναι είμαι πανευτυχής με όλα αυτά που έχουν συμβεί. Δεν τα περίμενα».

Ζήσατε τα χρυσά χρόνια της «αυτοκρατορίας» του εντέχνου. Η μάχη μεταξύ «ποιοτικού» και «εμπορικού» σε ποια θέση σας είχε βρει;

«Την έζησα χωρίς να πάρω μέρος σε αυτή τη μάχη. Δεν την συμμεριζόμουν. Και στην πλευρά του ποπ λαϊκού γράφονται ωραία τραγούδια που θα αντέξουν στον χρόνο. Νομίζω πως το έντεχνο, πια, έχει συρρικνωθεί. Νοιώθω πως ακόμη ψάχνουμε την κανονικότητα, η οποία ακολουθεί την πτώση. Τότε στο πλαίσια αυτού του δίπολου, γεννιόντουσαν μεγάλες επιτυχίες και από τις δύο πλευρές. Αυτό δεν συμβαίνει τώρα. Ούτε στην λαϊκή πλευρά υπάρχει κάποια εξέλιξη».

Αυτό γιατί γίνεται;

«Έχει χαθεί η αίγλη του να βγάλεις ένα cd. Και φταίμε και εμείς γι’ αυτό. Περάσαμε και το στάδιο της μεγάλης επιτυχίας και μετά αρχίσαμε να βάζουμε τα cd στις εφημερίδες. Άρα έχασε την αξία του. Και μετά μπήκαμε στο κινητό και στο youtube. Τώρα, γιατί δεν φτιάχνονται τραγούδια που να γίνονται σουξέ, θα υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες πέρα από αυτά που συζητάμε τώρα. Είναι σε ύφεση η όλη ιστορία και πραγματικά νομίζω πως εδώ χρειαζόμαστε την γνώμη ενός ειδικού. Κάποιου που θα κάνει μελέτη πάνω σε αυτό, πώς άλλαξε το πράγμα και πόσο επηρέασε η κρίση. Αυτή η περίοδος, η πολύ δύσκολη, αλλοιώνει ψυχές. Με έπαιρναν φίλοι, και ο παραγωγός μου από την Ισπανία, και μου έλεγαν κουράγιο Ελευθερία, και εγώ έβαζα τα κλάματα, δεν μπορούσα να μιλήσω γιατί κάθε μέρα έβλεπα τον κύριο, τον καλοβαλμένο, να ψάχνει στα σκουπίδια. Άγρια πράγματα. Άγρια πράγματα πολύ. Και πάνω που πάει το πράγμα κάπως να αλλάξει, έρχεται ο ιός και τα ξανακάνει μαντάρα».

Οι συνθέτες σαν να απουσιάζουν όμως. Δεν το αποτύπωσαν. Οι περισσότεροι έστω.

«Παλιά υπήρχαν πολλοί συνθέτες, πολλοί στιχουργοί, ήταν πλούσια τα ελέη. Τώρα πια είναι λίγοι. Και οι νέοι ακόμη πιο λίγοι. Αυτοί που δηλώνουν συνθέτες και είναι συνθέτες δηλαδή. Ο Θέμης Καραμουρατίδης είναι μια σπουδαία περίπτωση. Δεν υπάρχει όμως αυτή η πληθώρα που υπήρχε στο παρελθόν και αυτό δεν βοηθά. Και στους στιχουργούς το ίδιο συμβαίνει. Οκ υπάρχει ο Νίκος Μωραΐτης, ο Οδυσσέας Ιωάννου, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος. Είναι μια εποχή που προσπαθεί να βρει τους ήρωες της. Και τώρα οι ήρωες είναι κρυμμένοι σε μικρότερες ηλικίες».

Ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί οι νέοι ήρωες;

«Οι νέοι θα μπορούσαν να μας πουν πιο εύστοχα».

Ένας τραγουδιστής που δεν γράφει τραγούδια, τι είναι αυτό που ζητάει από τους συνθέτες του;

«Ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Εγώ τουλάχιστον. Με τον Δημήτρη και το Νίκο, τα δέχτηκα και τα δύο, απλόχερα. Τους ήξερα και τους θαύμαζα. Οπότε το να βρεθώ μαζί τους για το «Ερωτικό» (με τον Νίκο Ξυδάκη) και την «Αναστασία» και το «Θέλω να σε δω» (με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου), ήταν μια ευχάριστη συγκυρία. Που μετά οδήγησε στους δίσκους. Ήταν μια πολύ δημιουργική περίοδος αυτή. Γνωριστήκαμε πολύ καλά κι αυτό έφερε αυτό το αποτέλεσμα».

Και τώρα ήρθε η στιγμή για μια νέα διαφορετική παρουσίαση αυτών των δύο σπουδαίων δίσκων.

«Θεωρώ πως είναι τόσο κλασσικοί που μοιάζουν τωρινοί. Δεν πλησιάζω αυτό το υλικό, σαν κάτι παλιό, ίσως γιατί μέρος του, το έχω τραγουδήσει σε παραστάσεις μου.. Αυτό που γίνεται τώρα, είναι να βάζουμε αυτούς τους δίσκους που είναι πολύ σημαντικοί για μένα σε μια καινούργια κουβέντα. Με την Καμεράτα και τον Γιώργο Πέτρου στην μουσική διεύθυνση που είναι εκπληκτικός».

«Τα Τραγούδια για τους Μήνες» είχαν ρίσκο για την εποχή τους;

«Όταν κάνεις μια επιτυχία σαν «Τα Κορμιά και τα Μαχαίρια», περιμένεις το επόμενο να είναι κοντά σε αυτό. Αλλά εμείς με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, κάναμε την ανατροπή. Ο Δημήτρης είχε κάνει την ενορχήστρωση στα «Κορμιά», και είχε δημιουργηθεί έτσι μια παρέα που βρισκόμασταν συχνά. Είχε ασχοληθεί με αυτό το υλικό, είχε κάποια τραγούδια, μετά φτιάξαμε και τα υπόλοιπα και ενώ όλοι προέβλεπαν ότι είναι ωραίος δίσκος, αλλά εντάξει τώρα, ποιος θα τον αγοράσει, αυτός όμως έσπασε τα κοντέρ. Είναι ένας δίσκος που υποστήριξε γερές φιλίες».

Το περιοδικό Δίφωνο τον είχε βάλει στην πεντάδα με τα σημαντικότερα όλων των εποχών…

«Ήταν ένας σπουδαίος δίσκος. Είναι αυτό που περιμένεις σε όλη την καλλιτεχνική σου ζωή. Ένας δίσκος σου να γράψει τόσο πολύ που να αντέξει στον χρόνο. Όλοι αυτό επιζητούμε. Και εγώ το ίδιο. Να γράψω μια μικρή, μικρή ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Το οποίο βεβαίως έχει και αυτόν τον φοβερό πλούτο. Η μουσική της Ελλάδας είναι τεράστια. Τα τραγούδια που υπάρχουν, τα παραδοσιακά, τα λαϊκά».

Ξεχωρίζετε κάποιο τραγούδι μέσα από αυτό το δίσκο;

«Το «Παράπονο (δεύτερη ζωή δεν έχει)», έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη ζωή μου, με έβαλε να σκεφτώ αλλιώς. Πρέπει να κάνεις και να χαίρεσαι αυτά που θες, αυτά που πρέπει, σήμερα, τώρα. Γιατί δεύτερη ζωή δεν έχεις».

Και ο Νίκος Ξυδάκης;

«Η ιστορία της ζωής μου είναι ο Νίκος. Γνωριστήκαμε στο «Ερωτικό» και ξεκίνησε μια σχέση πολλών χρόνων, πολλές συναυλίες μαζί. Το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» βγήκε αβίαστα. Σαν νερό. Ότι έφερνε ήταν αριστούργημα. Από πλευρά φωνής, ο δίσκος τελείωσε σε χρόνο dt, δεν χρειάστηκε να παιδευτώ μέσα στο στούντιο γι αυτό, ήταν πράγματα που είχαμε ήδη δοκιμάσει πολύ. Εντάξει, ο Νίκος είναι ένας συνθέτης που λατρεύω και είναι από τους σημαντικότερους που έχουμε σε αυτό τον τόπο».

Είχα πάντα μια αίσθηση πως ως συνθέτης σας πήγαινε περισσότερο…

«Έχουμε κάνει πολλά τραγούδια παρέα, κυρίως βεβαίως συμμετοχές στους δίσκους του, τα οποία είπα κάποια φορά, μήπως να τα μαζεύαμε όλα μαζί σε ένα δίσκο, θα δούμε».

Δύσκολα άλμπουμ και τα δύο που βρήκαν αμέσως όμως το κοινό τους

«Δύσκολα, φωνητικά, τραγούδια. Παρόλα όμως, όσα κάποιοι – ίσως- περίμεναν, ναι, το βρήκαν. Νομίζω ότι αυτό που βοήθησε ήταν η βαθιά τους ειλικρίνεια. Και η διάχυτη τρυφεράδα τους».

Πόσο δυσκολεύεται κάποιος όταν τραγουδά ποίηση;

«Πάντα έχεις το άγχος πώς θα πατήσεις πάνω στον στίχο, πώς θα βγουν οι λέξεις μέσα από το στόμα σου. Αλλά αντιμετώπιζα πάντα αυτά τα κομμάτια σαν να τραγουδάω τα κανονικά. Γιατί και στην περίπτωση του Νίκου και του Δημήτρη, η μελοποίηση είχε επιτευχθεί με ένα ιδανικό τρόπο. Αυτή μου έδειξε το δρόμο της ερμηνείας. Αυτή μου προκάλεσε την ασφάλεια που χρειαζόμουν. Έχουμε μεγάλη ιστορία πάντως σε αυτό τον τόπο με την μελοποιημένη ποίηση. Ας σκεφτούμε τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι. Έφερναν τις μελωδίες πάνω στα ποιήματα σαν να ήταν κανονικά τραγούδια. Και σκέψου πόσο δύσκολο είναι αυτό. Και πως δεν γίνονται κι όλα τα ποιήματα να μελοποιηθούν. Ευτυχώς αυτά εδώ βρήκαν το δρόμο τους. Αυτό που κατάφεραν και οι δύο, είναι οι μελωδίες και οι στίχοι να είναι σε απόλυτη αρμονία. Όπως βεβαίως και μεταξύ μας».

Είστε από τους ανθρώπους που φαίνεται να σας έχει «αγαπήσει» η μελοποιημένη ποίηση.

«Ξεκίνησα με αυτή. Το πρώτο τραγούδι, στην προσωπική μου δισκογραφία είναι το «Όχι μαζί (μη περπατάς μαζί μου)» του Νίκου Μαμαγκάκη, σε στίχους του λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου. Από το Κέντρο Διερχομένων του 1982».

Σας έχουν αγαπήσει όμως και τα φεστιβάλ στο εξωτερικό.

«Μετά το 1998 και για καμιά δεκαετία, μπορεί και παραπάνω, υπάρχει μια τάση, μια μεγάλη αγάπη στη world music. Τώρα είναι σε ύφεση. Υπήρχε αυτή η εποχή όμως, που είχε πράγματι μεγάλη άνθηση. Σε αυτή, υπήρξα και εγώ. Με ανακάλυπτε ένα μεγάλο κοινό που έψαχνε το κάτι διαφορετικό. Αυτά που έλεγα στην Ελλάδα, έλεγα και εκεί, μη φανταστείς πως άλλαζα ρεπερτόριο. Απλά διάλεγα κομμάτια που είχαν μεγάλη σχέση με την παράδοση. Τα είκοσι χρόνια που ταξίδευα ήταν φανταστικά, γιατί ερχόταν ένας κόσμος που δεν καταλάβαινε γρι από αυτά που του έλεγες, αλλά σε αποθέωνε. Γιατί; Του άρεσε η φωνή; Η μουσική; Άρεσε το είδος; Εκεί δεν είχα άγχος. Το μεγαλύτερο μου άγχος το έχω εδώ στην Ελλάδα. Έξω είναι ένα κοινό που εκτιμάει και αποθεώνει γιατί ξέρει πως θα ακούσει κάτι άλλο. Εδώ το κοινό έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις. Στην Ισπανία ήταν η πρώτη μου φορά που βγήκα έξω για συναυλία. Υπήρχε ένα άνθρωπος στο ράδιο που αγαπούσε τη φολκ και έπαιζε πολλές φορές τραγούδια μου. Είχα πάθει σοκ, δεν καταλάβαινα πως είναι δυνατόν να ξέρουν τα τραγούδια μου. Να ξεκινά η εισαγωγή του «Μένω εκτός» και να τραγουδούν. Είναι πολύ ωραίο, ξέρεις, το συναίσθημα, όταν ταξιδεύει η μουσική σου. Είναι σαν έρωτας».

Στη world music ανήκει κι ο πρώτος σας, τα ρεμπέτικα…

«Ναι, μαζί με αυτόν για τη δημοτική μουσική γενικότερα. Και από τα νησιά και από τη στεριά».

Έχω διαβάσει σε πολλές συνεντεύξεις σας, πόσο αγαπάτε τα πανηγύρια στην Ικαρία…

«Αυτά είναι μια ιστορία τεράστια. Εκεί δεν δίνεις λεφτά για να σου παίξει ο οργανοπαίχτης αυτό που θέλεις. Θα παίξουν αυτά που θέλουν αυτοί να παίξουν. Και αμείβονται από το χωριό που διοργανώνει το πανηγύρι. Και τα πανηγύρια γίνονταν παλιά -και ακόμη συμβαίνει αυτό- για να μαζέψουν λεφτά, για να κάνουν κάτι στο χωριό τους. Τι τους λείπει; Τους λείπει ένας δρόμος για να ενώσει δύο χωριά; Κάνουν ένα πανηγύρι μαζεύουν λεφτά και το φτιάχνουν. Μέσα από ένα χορό. Ο οποίος είναι και άγριος, δυνατός, παγανιστικός. Σε ξεσηκώνει. Πάτα στο youtube Ικαριώτικα πανηγύρια. Θα τρελαθείς».

Είστε συνδεδεμένη με αυτό το νησί;

«Είναι η ψυχή μου. Και οι Παξοί βεβαίως. Όλα τα καλοκαίρια μου όμως, μέχρι και τα δεκαοχτώ ήταν στην Ικαρία. Ιδιαίτερο μέρος. Ή το αντέχεις ή δεν το αντέχεις. Ένα νησί στο οποίο όλοι ζουν απλά. Και θέλουν τα πράγματα να είναι απλά. Και ζουν πολύ (γελάει)».

Τι σας έμαθαν οι άνθρωποι εκεί;

«Να μη συμπεριφέρομαι σαν να έχω κάνει κάτι μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά έχω κάνει. Και να αγαπώ τα πανηγύρια φυσικά. Όπως καταλαβαίνεις έχω βρεθεί σε άπειρα. Σε αυτά υπήρχε ο νησιώτικος ήχος και υπήρχε και το βαλς. Στα πανηγύρια της Ικαρίας ο κόσμος χορεύει βαλς. Έγκυος στην κόρη μου έχω φωτογραφία, οχτώ η ώρα το πρωί, που έχει ξεκινήσει στις εννιά την προηγούμενη, με τον ήλιο να έχει σηκωθεί ψηλά, κι εγώ χορεύω βαλς με έναν παππού 80 χρονών. Μαγικό».

Κοιτώντας πίσω, τι κρατάτε;

«Πως ότι έχω ζήσει μέχρι στιγμής, είναι κάτι το απροσδόκητο. Ποτέ στο μυαλό μου δεν είχα φανταστεί ότι θα συνεργαζόμουν με τέτοιους συνθέτες και θα έβγαιναν αυτά τα τραγούδια. Έχω πάρει χαρά που δεν θα μπορούσα να την πάρω από πουθενά αλλού».

Πηγή