6 ποιήματα για τη μαμά, μητέρα, μάνα του καθενός ως μούσα των Ελλήνων ποιητών.

Ποιήματα για τη μαμά από Έλληνες ποιητές. Μπορεί ο κοινωνικός ρόλος της μητρότητας να ποικίλει ανάλογα τη χρονική εποχή, τον πολιτισμό και την κοινωνική τάξη, αλλά παραμένει σταθερά από τους πιο απαιτητικούς της ανθρώπινης ύπαρξης.

Τίποτε το προσφιλέστερο στα παιδιά από την μητέρα. Αγαπάτε την μητέρα σας, παιδιά, διότι δεν υπάρχει άλλος έρωτας αγνότερος και γλυκύτερος, έλεγε ο Ευριπίδης. Η πηγή αγάπης και αφοσίωσης της μητέρας δε θα μπορούσε να μην αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους ποιητές μας.

6 ποιήματα για τη μαμά.

1) Μαρία Πολυδούρη | Μητέρα μου

«Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει
ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.
Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.
Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω
πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.
Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα
ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνῃ
στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει…
Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.»

2) Διονύσιος Σολωμός | Η τρελή μάνα ή το κοιμητήριο
(απόσπασμα)

«Τώρα που η ξάστερη
νύχτα μονάχους
μας ηύρε απάντεχα,
και εκεί στους βράχους

σχίζεται η θάλασσα
σιγαλινά.

Τώρα που ανοίγεται
κάθε καρδία

στη λύπη,ακούσετε

μιαν ιστορία,

που την αισθάνονται

τα σωθικά.

Σε κοιμητήριο
είναι στημένα

δύο κυπαρίσσια

αδελφωμένα

που πρασινίζουνε

μες στους σταυρούς.

Όταν μεσάνυχτα
καταβουίζουν

οι άνεμοι, αν τα’ βλεπες

πώς κυματίζουν,

έλεες πως κράζουνε

τους ζωντανούς.

Δύο αδέλφια δύστυχα
κοιμούνται κάτου

τον ανεξύπνητον

ύπνο θανάτου

κι έχασε η μάνα τους

τα λογικά.»

3) Γεώργιος Βιζυηνός | Η μητέρα

«Πώς να πειράξω τη μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;

Πώς ν’ αρνηθώ ή ν ‘ αναβάλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στη γη δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σαν αυτή;

Αυτή στα στήθη τα γλυκά της
με είχε βρέφος απαλό,
με κάθιζε στα γόνατά της
και μ’ έμαθε να ομιλώ.

Αυτή με τρέφει και με ντύνει
όλο το χρόνο που γυρνά,
και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά.

Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω
φιλά να γειάνει την πληγή.
Αυτή, τι πρέπει να αφήσω
και τι να κάμω μ’΄οδηγεί.

Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;»

4) Γιώργος Ιωάννου | Σαν τη μητέρα, αλήθεια

«Πηγαίνει αργά στο σινεμά,
μάλιστα στον εξώστη.
Σ’ έργα κατά προτίμηση, βουβά
και θαμπωμένα. Κι εκεί
– μέσα στους τόσους εξευτελισμούς –
η μόνη του χαρά να βλέπει τις γυναίκες
της γενιάς γύρω απ’ το τριάντα.
Με κείνα τα βαθιά καπέλα,
με τις σειρές τα περιδέραια,
τα μάτια, τα κοντά μαλλιά∙
με τις ψιλές γλυκιές φωνές,
με τις κινήσεις τους τις μητρικές.

Σαν τη μητέρα, αλήθεια∙
σαν τη μάνα του
των πρώτων παιδικών του χρόνων…

Τότε που τον φωνάζανε μοναχογιό.»

5) Μαρία Αθανασοπούλου | Στη μητέρα μου

«Πολλά, πάρα πολλά
αμέτρητα τα χρόνια ψάχνοντάς σε
μέσα μου σε βρίσκω
στην απόλυτη μεγάλη απουσία σου
που ίδια παραμένει
αντίδοτο βρήκα
δίχως σου
για να μπορέσω
ε κ ε ί
στης φύσης την ομορφιά
όπως τότε

θυμάσαι σε συνόδευα το σούρουπο
σε κείνο τον περίπατο
κατηφορίζοντας στη θάλασσα
κι οι μυρωδιές στους φράχτες
τραντάζαν τον αγέρα
από τις μελωδίες του Μάνου
όμορφη, γλυκιά
να ξεπροβάλλεις
τις φτερούγες σου απλώνω
από κάτω μπαίνω
τα δύσκολά μου να ξορκίσω

συχνά έλεγες θα βλέπεις από κει
και εγώ σε θέλω χαρούμενη
χαρούμενη και γελαστή
τα μάτια σου ποτέ να μη δακρύζουν
στη γεύση από τα φρέσκα φασολάκια
η μοναδική
η ανυπέρβλητη τέχνη σου
μαγικά τα έκανε

δυο-τρεις φορές μόνο κατάφερα να την πετύχω
παρότι λένε μαγειρεύω καλά
στων Χριστουγέννων και στης Πρωτοχρονιάς τις μυρωδιές
στης Μεγαλοβδομάδας την υπαινικτική κατάνυξη
να συλλογιέσαι αυτού του κόσμου τους κατατρεγμένους
τους δικούς σου τους ξενιτεμένους
από την υπομονή

τη διακριτικότητα και την ευγένεια
δικά σου όλα αυτά
αρμέγω ακόμα
πυξίδα τα κάνω
όταν και όπου χρειαστεί
από τη δική σου στάση προσπαθώ
τα πώς και τα γιατί να εξηγήσω.»

6) Ντίνος Χριστιανόπουλος | Ποιήματα για τη μάνα, μητέρα, μαμά: Τύψεις

«Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν.

Δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανηλέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες.

Μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.»

Διαβάστε περισσότερα:

Στράτης Μυριβήλης: 10 + 3 αποφθέγματα του Έλληνα μυθιστοριογράφου

Φωτογραφία εξωφύλλου

Πηγή