Όταν ο Παντελής Θεοδωρίδης aka ACU aka Regressverbot αποφάσισε να απασφαλίσει τους τόνους αναλογικού acid που έκρυβε κάτω από τις μουσικομηχανές του, η EPM (boutique label και εταιρεία διανομής σημαντικών techno ονομάτων από το Detroit αλλά και την Ευρώπη) ήταν από τις πρώτες που του έδωσαν “υπόγεια” έστω, ώθηση στους σπέσιαλιστ dj κύκλους. 

Το περσινό EP All Lovers Young ακολούθησε η φετινή ολοκληρωμένη κυκλοφορία The Crying Game για τη δική του Won Ton, το “σχεδόν κλασσικό” ηλεκτρονικό γούστο της οποίας, μοιράζεται με τον καλό του φίλο Metaman. Στη νέα του κυκλοφορία, το όριο στα bpm, τα σπασμένα beats και τις αναλογικές acid αναθυμιάσεις αγγίζει τον ουρανό. Σχεδόν σε κάθε κομμάτι μπορείς να τον φανταστείς, σκυμμένο πάνω από καλώδια, γεννήτριες και 303s προκειμένου να επανασυνδέσει με ακόμα πιο ακραία ρυθμολογία, το άναρχο παζλ της παρακαταθήκης που άφησε στη μοντέρνα ηλεκτρονική σύνθεση η Analord σειρά κυκλοφοριών του AFX.  Το εναρκτήριο “A Night On Ninsei” καταγράφει ιδανικά όλα τα παραπάνω, ενώ στo “I’ve been there before”  επιτέλους εμφανίζει την πολυσυζητημένη -κατά την διάρκεια των ραδιοφωνικών sessions της won ton για το Αvopolis – jazz πλευρά  του.  Οι acid κυματιστές γραμμές των synths που ξεκίνησαν από το Detroit και  κατέληξαν να βάζουν ιδέες στο κεφάλι ενός ginger boy ονόματι Richard David James από την Κορνουάλη, είναι το βασικό σώμα του “Crying Game”. Τα κομμάτια “Vitrines And Factories” και “All Our Yesterdays” είναι η απόδειξη της breakbeat εξέλιξης του ACU, ενώ τα πρώτα αιθέρια φωνητικά samples κάνουν την εμφάνιση τους στο “Cascade 171” που με διαφορετική ενορχήστρωση θα μπορούσε να κοντράρει στα ίσα ιδέες όπως το “Always” των Βρετανών chill masters Bent.  Οι φωνές στη spoken word εκδοχή τους παραμένουν για το επιθετικό “Edgar’s acid” και τα bpm συνεχίζουν να ανεβαίνουν στο καταιγιστικό και ίσως πιο γρήγορο όλων “The Spawl”. Εδώ, από τα drum & bass sessions του Bukem μέχρι την πειραματική ρυθμολογία που μετέτρεψε σε αξιοσέβαστες φιγούρες ονόματα όπως ο Squarepusher ή ο Kid 606, το κοντέρ τερματίζεται και σχεδόν λυτρωτικά, μελωδίες που παραπέμπουν στο σκοτεινό παρελθόν του Regressverbot, οδηγούν τον ακροατή στην εννέα λεπτών λύτρωση του “One Afternoon of The Eternal Week”. 

Η μουσική του Θεοδωρίδη δεν είναι για όλους, αλλά όσοι εκτιμήσουν την διαφορετικότητα και το εύρος των ήχων με τους οποίους πειραματίζεται, θα έχουν στα ακουστικά τους το soundtrack της βιομηχανικής και ηλεκτρονικής δυστοπίας που βιώνουμε.  

Πηγή