Από τους πρώιμους πειραματιστές και το kraut του ’70 μέχρι την Detroit techno του ’80 και από την παράνοια της δεκαετίας του ’90 με τη rave κουλτούρα και την άνθιση της acid house και της trance, μέχρι και τη μετεξέλιξη της EDM, την επέλαση της dubstep, τη γιγάντωση του drum & bass και όλες τις άλλες ζυμώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα, η ηλεκτρονική μουσική δεν έχει πάψει να αφορά και να απασχολεί άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη δεξαμενή ακροατών, ανάλογα με την εποχικότητα των εκάστοτε τάσεων. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα από τα μέσα των 2010s και μετά (όταν δηλαδή το streaming συνέδραμε την προσβασιμότητα μουσικών genres που βρίσκονταν στη σκιά της παραδοσιακής δισκογραφίας), η μαζική επάνοδος της techno αποτελεί μία από τις κυρίαρχες τάσεις στα λημέρια της ηλεκτρονικής μουσικής, πυροδοτώντας μια έκρηξη από φεστιβάλ, parties, online DJ sets και σχετικές playlists, που σύστησαν το είδος σε κοινό που μέχρι πρότινος δεν είχε την παραμικρή εξοικείωση με τη σκηνή.

Αυτό το κύμα ακριβώς είναι που καβαλάει ο Έλληνας μουσικός παραγωγός και DJ Die Arkitekt στο ντεμπούτο άλμπουμ του, την έλευση του οποίου προετοίμαζε για χρόνια κυκλοφορώντας ένα EP (Wilmheim, 2020) και αρκετά singles και παράλληλα πραγματοποιώντας εμφανίσεις, έχοντας πάντα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του καλυμμένα με μία από τις περίτεχνα κατασκευασμένες, avant-garde μάσκες του. Την ίδια στιγμή, στρατολόγησε ένα εντυπωσιακά ποικιλόμορφο μείγμα καλεσμένων για τον πρώτο του δίσκο: από τη VASSIŁINA της Inner Ear και τη synthpop μουσικό Kid Moxie, μέχρι την Charity Kase (Βρετανίδα drag queen, γνωστή σε κάποιους από τις έντονες εμφανίσεις της στο RuPaul’s Drag Race) και από την πρωθιέρεια της ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής Λένα Πλάτωνος, μέχρι τη γνωστή σε όλους Τάμτα.

Το Dark Colors βουτά στον ήχο του ανατολικού Βερολίνου και του ηλεκτρονικού Λονδίνου, σαρώνοντας μια σειρά από ιδιώματα στο φάσμα της σκοτεινής, χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής με σαφές κέντρο βάρους την techno, περασμένα από ένα φίλτρο ακραιφνώς pop στη φιλοσοφία του. Ενώ σέβεται τα μουσικά του πατήματα, δεν υιοθετεί την «πιουρίστικη» προσέγγιση, ούτε περιορίζεται σε κάποιου είδους απαρέγκλιτη αναπαραγωγή της techno ορθοδοξίας. Και σε καμία περίπτωση δεν εγκλωβίζεται σε μια στείρα αισθητικοποίηση του ιδιώματος. Απεναντίας, είναι δίσκος ανοιχτός σε γνώστες και μη, με μια καλώς εννοούμενη προσβασιμότητα και προπαντός με ξεκάθαρη πρόθεση να χορευτεί μαζικά και ανελέητα.

Ο τόνος αυτός δίνεται με τον καλύτερο τρόπο ήδη στο άνοιγμα του δίσκου. Το εναρκτήριο “Dark” είναι ένας ρυθμικός δυναμίτης, η ηλεκτρονική ραχοκοκαλιά του οποίου συνδιαλέγεται ισορροπημένα με το οργανικό στοιχείο –κάμποσες μελωδικές γραμμές είναι ηχογραφημένες σε βιολοντσέλο, τόσο στο κομμάτι όσο και στον δίσκο γενικότερα– στρώνοντας το έδαφος για το εκπληκτικό “Julian”, το οποίο κινείται στο ίδιο ύφος και μάλλον είναι και το σπουδαιότερο κομμάτι του δίσκου. Ένα single-διαμάντι, με εξαιρετικό spoken word από τη Λένα Πλάτωνος και beat που εκλιπαρεί να χορευτεί σε κακοφωτισμένα, ιδρωμένα υπόγεια. Παρά την εντυπωσιακή του εκκίνηση, το αξιόλογο υλικό του Dark Colors δεν εξαντλείται εκεί. Το συγκοπτόμενο industrial σφυροκόπημα του “Who Told You To Hate Yourself” είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, όπως είναι και το “Monsterrat”: μια απλωμένη χρονικά ηλεκτρονική σύνθεση με άψογη μινιμαλιστική αισθητική και αξιοσέβαστη παραγωγή –κάτι που ισχύει λίγο πολύ για ολόκληρο τον δίσκο βέβαια. Στο πυκνό σε ιδέες (και καθόλου μινιμαλιστικό) “Kaval” πάλι, ο Die Arkitekt υφαίνει ένα ηχητικό πλέγμα με αρκετές στρώσεις και άφθονες εναλλαγές, κάποιες από τις οποίες συγκαταλέγονται στις πιο αξιομνημόνευτες της όλης ακρόασης. Ξεχωρίζει και το single με την Τάμτα, όμως, με τίτλο “Face”, το οποίο κλείνει το (υπερμέγεθες) μάτι στην FKA twigs, αντλεί επιρροές από τις παραγωγές της Arca και αποτίει φόρο τιμής στο όλο hyperpop ρεύμα.

Αν υπάρχει μία ένσταση στο εύρος της ηχητικής παλέτας του δίσκου, αυτή έχει να κάνει με τη συχνή παρουσία του «μυστικιστικού» στοιχείου και της (περίπου) new age αισθητικής που προσδίδουν τα μέρη με τα έγχορδα στην ηχογράφηση. Κάτι το οποίο βέβαια είναι υποκειμενικό και αφορά την ηχητική ταυτότητα που επιλέγει ο (κάθε) μουσικός για τον εαυτό του, ωστόσο η προσθήκη ενός ομολογουμένως πεπαλαιωμένου ηχοχρώματος αλλοιώνει ως έναν βαθμό τη φρεσκάδα του όλου ακούσματος και επομένως είναι αμφίβολο ότι λειτουργεί ευεργετικά στο σύνολο. Δεν θα έχανε πολλά το “Temple”, για παράδειγμα, εάν έμενε στο απολαυστικό electro σκέλος του και περιόριζε την αιθέρια ιεροτελεστία της εισαγωγής και του κλεισίματος. Μαζί με το “Temple”, μερικά ακόμη στραβοπατήματα στο δεύτερο μισό της tracklist ευθύνονται για το δεύτερο τρωτό σημείο του Dark Colors: ο δίσκος δεν κατανέμει τα δυνατά του χαρτιά ισοβαρώς, με αποτέλεσμα μια κάπως άνιση ακρόαση. Το “Plasticine”, παρά τη φανταστική του παραγωγή σε φωνητικά και beat, δίνει την αίσθηση ότι διανύει τη μισή διαδρομή, ότι θα μπορούσε να εξελίξει περισσότερο τις ιδέες του. Το “1922” πάλι διαχέεται σε τόσες πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις, που μοιάζει να μην ξέρει το ίδιο τι θέλει να είναι και καταλήγει να μπερδεύει τον ακροατή. Ο δίσκος πάντως κλείνει όμορφα, με την μακράν πιο pop στιγμή του. Η στιβαρή μελωδία του “Colors”, τραγουδισμένη από τον ίδιο τον Die Arkitekt, συμπληρώνεται από τις -για μία ακόμη φορά- έξοχες παρεμβάσεις της Πλάτωνος και κλείνει φωτεινά και πολύχρωμα τον κύκλο που άνοιξε με το σκοτεινό “Dark”, κάνοντας ένα έξυπνο λεκτικό παιχνίδι με τον τίτλο του δίσκου.

To Dark Colors δεν είναι αψεγάδιαστο, ούτε εξαντλεί το βάθος του ιδιώματός του. Είναι όμως ένα ντεμπούτο εμπνευσμένο και με όραμα, πλούσιο σε αρετές και εντέλει απολαυστικό. Είναι project το οποίο στέκεται στο ίδιο ύψος με παραγωγές εκτός των συνόρων ως ένα προϊόν της εποχής του, σε όλες του τις εκφάνσεις: στα ηχητικά του πατήματα, στα video που συνοδεύουν τα singles του, στο artwork, στη συμπερίληψη του queer στοιχείου, στο διττό φλερτ του τόσο με το underground όσο και με το mainstream, ακόμα και στο concept της μάσκας. Είναι για τον Die Arkitekt ένα στοίχημα κερδισμένο.

Πηγή