«Η επιστροφή του Αθηναίου dark pop crooner».  Έτσι χαιρετίζουν αρκετά media την δεύτερη δισκογραφική δουλειά του Johnny Labelle, XVII, που κυκλοφορεί από την Inner Ear, ένα χρόνο μετά τα πρώτα εκλεκτικά βλέμματα που τράβηξε με το ντεμπούτο του Cold Fruit. Κι όσο κι αν στο άκουσμα του όρου “dark pop crooning” σου έρχεται στο μυαλό, θέλοντας και μη, κάτι αντίστοιχο της μυστηριώδους μουσικής περσόνας του Jonathan Bree, ο «δικός μας» Johnny Labelle είναι πολλά περισσότερα. Κυρίως γιατί με οποιονδήποτε τυπολογικό και τεχνικό όρο κι αν προσπαθήσεις να προσεγγίσεις τον ήχο του, αυτός θα ξεγλιστρήσει στο χαρισματικό σκοτεινό ηχητικό πέπλο που τυλίγει τις εννέα συνθέσεις του XVII. Υβριδική ambient και αργόσυρτα αταξινόμητα synths. Ασυνήθιστο και συγχρόνως, παράξενα οικείο. Με κάτι από τους Tindesticks και κάτι άλλο από τον Richard Hawley. Πολλά αυθεντικά εκφραστικά μέσα και δεκάδες θραύσματα avant–garde pop. Αυτό είναι το XVII σε τίτλους. Μια κατάδυση ροής σε ένα αχαρτογράφητο προσωπικό αισθητικό βάθος και μια ευχάριστη ανάδυση σε μια ευπρόσδεκτη και άκρως ενδιαφέρουσα προσθήκη στην εγχώρια δισκογραφία. Αν έπρεπε πάντως να ξεχωρίσουμε ένα κομμάτι από το XVII ίσως αυτό να ήταν το “Doppelganger” με τον αιώνιο ρομαντισμό του, αλλά, κατά τα άλλα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομονώσεις κάποιο καρέ του XVII. Είναι μια ιστορία αισθητικής σε αέναη κίνηση γύρω από συγχωνευμένους μουσικούς χρόνους που εκλύει τη γαλήνη που όλοι έχουμε ανάγκη αυτόν τον καιρό. Και ως γνωστόν, την αισθητική γαλήνη δεν μπορείς εύκολα να την απομονώσεις, παρά μόνο να την απολαύσεις.

Άκου και αυτό: Scott Walker – Scott 1,2,3 (1967, 1968, 1969), Richard Hawley – Coles Corner (2005), Stuart Staples – Leaving Songs (2006), Jonathan Bree – Sleepwalking (2018)



Πηγή