Μία από τις αιματηρότερες εργοδοτικές και κρατικές επιθέσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ, αφηγείται το ντοκιμαντέρ του Λεωνίδα Βαρδαρού «Ludlow, οι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα» (2016). Πρόκειται για τη μετωπική σύγκρουση, το 1913-14, του συνδικάτου των ανθρακωρύχων και της εταιρείας άνθρακα του Ροκφέλερ· από την απεργία του συνδικάτου Ενωμένων Ανθρακωρύχων Αμερικής (UMWA) στο Νότιο Κολοράντο, στη Σφαγή του Λάντλοου (Ludlow), μέχρι την αντίσταση και τον «Πόλεμο των Δέκα Ημερών», η κινηματογραφική δουλειά του Βαρδαρού φωτίζει άγνωστες πτυχές αυτής της σελίδας του εργατικού κινήματος της Αμερικής.

Μέσα από μαρτυρίες συγγενών των ανθρακωρύχων του Λάντλοου (Ludlow), αρχειακό υλικό, τοποθετήσεις μελετητών, ιστορικών, αλλά και κατοίκων της περιοχής, το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει την ιστορία των Ελλήνων μεταναστών, τη συμβολή τους στην αντίσταση κατά του Ροκφέλερ και τον από κοινού αγώνα για το δίκιο και τις ζωές τους, με τους χιλιάδες ανθρακωρύχους του Κολοράντο.

«Ludlow, οι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα» (2016)
«Ludlow, οι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα» (2016)
Τα ορυχεία του Κολοράντο και η «επί συμβάσει δουλεία».

Τα ορυχεία των ΗΠΑ δούλευαν κατά κύριο λόγο με μετανάστες. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα φτάνουν στις ΗΠΑ σχεδόν 200.000 Έλληνες, μεγάλο μέρος των οποίων διοχετεύτηκε ως φτηνό εργατικό δυναμικό στις εταιρείες άνθρακα του Νότιου Κολοράντο. Τα ορυχεία της Εταιρίας Καυσίμων του Κολοράντο, ιδιοκτησίας των Ροκφέλερ, λειτουργούσαν δίπλα στους «οικισμούς της εταιρίας». Επί της ουσίας, οι οικισμοί αυτοί αποτελούσαν περίκλειστες πόλεις, απομονωμένους τόπους, με τους ανθρώπους-εργάτες αιχμάλωτους σε αυτούς. Συγκεκριμένα, οι ανθρακωρύχοι ζούσαν με τις οικογένειές τους στις άθλιες καλύβες που τους παραχωρούσε η εταιρεία, σε περιοχές άκρως επιτηρούμενες από την εταιρική ασφάλεια. Οι οικισμοί οργανώνονταν εθνοτικά, προκειμένου να μην υπάρχει επαφή και διάδραση μεταξύ των εργατών.

Έχοντας πρόσβαση μόνο σε ό,τι τους διέθεταν, οι ανθρακωρύχοι πληρώνονταν με εταιρικό νόμισμα και όχι σε δολάρια, προκειμένου να ξοδεύουν στα καταστήματα των οικισμών. Τα λεγόμενα «σκριπ» (κουπόνια πληρωμής) αντιστοιχούσαν σε τόνους άνθρακα, βάσει των οποίων γίνονταν οι πληρωμές. Οι ζυγαριές του άνθρακα ήταν πειραγμένες, με την εταιρεία να κλέβει ουσιαστικά τους εργάτες. Από τις μαρτυρίες και τις περιγραφές του ντοκιμαντέρ, γίνεται κατανοητό πως στις περιοχές των ορυχείων η εταιρεία ήταν ο νόμος, λειτουργώντας ως κράτος εν κράτει. Η πολιτεία ήταν απούσα, ή καλύτερα, έκανε τα «στραβά μάτια» στις παρανομίες και την εκμετάλλευση που χαρακτήριζαν τα εταιρικά κέντρα κράτησης.

Η ζωή των ανθρακωρύχων ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Πέρα από την οργάνωση της ζωής τους και την καθημερινότητα, που θύμιζαν τις δυστοπίες του 20ου αιώνα, η εργασία ενός ανθρακωρύχου ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνη. Οι εργάτες ήταν σε διαρκή κίνδυνο και κανείς δεν ήλεγχε τις συνθήκες ασφαλείας. Αν ένας ανθρακωρύχος πέθαινε από κάποιο εργατικό ατύχημα αποτελούσε δικό του το φταίξιμο. Η εταιρεία αντιμετώπιζε τους ανθρακωρύχους ως αναλώσιμο εργατικό δυναμικό, ως μη-ανθρώπους. Τα εργατικά ατυχήματα και οι θάνατοι από προβλήματα υγείας που προκαλούσε η εργασία στα ορυχεία, όπως πνευμονοκονίαση, ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ως «άτομα χωρίς αξία για την εταιρεία», η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα των ανθρακωρύχων ήταν περιττό έξοδο. Αποτέλεσμα αυτού, οι εργάτες να αφήνονται να πεθάνουν, με ευθύνη της εταιρείας.

Στα ορυχεία του Ludlow, Κολοράντο
Στα ορυχεία του Ludlow, Κολοράντο
Παιδιά εργάτες στα ορυχεία του Κολοράντο
Παιδιά εργάτες στα ορυχεία του Κολοράντο
Το δικαίωμα στη ζωή και την εργασία.

Τη δεκαετία του 1910, στο Κολοράντο, ο καπιταλισμός είχε όνομα και πρόσωπο· ήταν ο Τζον Ροκφέλερ. Το 1914, ο Ροκφέλερ ο νεώτερος, αναλαμβάνει τον έλεγχο της εταιρείας άνθρακα του πατέρα του. Ο ίδιος πίστευε πως μπορούσε να σπάσει το ηθικό των εργατών αναγκάζοντάς τους να ζουν στις χειρότερες δυνατές συνθήκες. Δεν υπολόγισε, ωστόσο, πως οι άνθρωποι αυτοί θα άντεχαν τις κακουχίες και αυτές θα τους ωθούσαν να αντισταθούν. Η αιματηρή απεργία του Λάντλοου, τον Απρίλιο του 1914, δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Ήδη από το φθινόπωρο του 1913 είχε ξεσπάσει μια τεράστια απεργία του συνδικάτου UMWA, με κέντρο την πόλη του Λάντλοου. Στην απεργία συμμετείχαν 13.000 ανθρακωρύχοι, διαφορετικών εθνικοτήτων, ενωμένοι γύρω από έναν κοινό σκοπό: το δικαίωμα στη ζωή και την εργασία. Αιτήματα των ανθρακωρύχων ήταν

  • η αναγνώριση του δικαιώματός τους να συνδικαλίζονται,
  • η καθιέρωση του οκταώρου (αντί των 12 ωρών εργασίας),
  • το δικαίωμα να ζουν εκτός των «οικισμών της εταιρίας»,
  • η πληρωμή τους σε δολάρια, έναντι των σκριπ,
  • η αυστηρή εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας του Κολοράντο για την ασφάλεια των ορυχείων και ιατρική ασφάλιση,
  • η απομάκρυνση των φρουρών-τραμπούκων της εταιρείας.

Το νεοσύστατο συνδικάτο των ανθρακωρύχων ήταν κάτι το ριζοσπαστικό, όσον αφορά την οργάνωση και τη δράση του. Σε αντίθεση με την Αμερικάνικη Ομοσπονδία Εργασίας, μέλος της οποίας ήταν το UMWA, που απευθύνονταν μόνο σε αγγλοσάξονες («λευκούς» όπως τους αποκαλούσαν»), ειδικευμένους, άνδρες εργάτες, το UMWA είχε ως αρχή την ενότητα στον αγώνα. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχαν διαχωρισμοί φυλετικής, εθνικής ή θρησκευτικής βάσει, ενώ στην απεργία του συνδικάτου συμμετείχαν εξίσου οι γυναίκες και τα παιδία. Η επιτυχία της απεργίας εξαρτιόταν από την ενότητα μεταξύ των ανθρακωρύχων. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, το συνδικάτο στρατολογούσε δίγλωσσους ανθρακωρύχους ως σύνδεσμο των εθνοτήτων με το συνδικάτο. Για τους Έλληνες, ο σύνδεσμος ήταν ο Λούης Τίκας.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι του Ludlow
Οι απεργοί ανθρακωρύχοι του Ludlow
Ο Λούης Τίκας.

Ο Λούης Τίκας (Luis Tikas ή Ηλίας Σπαντιδάκης), γεννήθηκε στην Λουτρά Ρεθύμνου το 1886 και μετανάστευσε σε ηλικία 20 ετών στις ΗΠΑ. Το 1910 ορκίζεται Αμερικανός πολίτης και ανοίγει ένα καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, σε μια εργατική γειτονιά. Το καφενείο του Τίκα, του «Λούη του Έλληνα» όπως ήταν γνωστός, βρίσκονταν απέναντι από τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies). Όταν το 1912 ξεσπά η απεργία στο Κολοράντο, ο Τίκας πηγαίνει στα ορυχεία, όπου εργάζεται σε αυτά για λίγες μέρες, και αναλαμβάνει να οργανώσει τους Έλληνες ανθρακωρύχους στο συνδικάτο. Ο ίδιος, σε ρόλο διαμεσολαβητή και διερμηνέα, θα παίξει καταλυτικό ρόλο στα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στο Λάντλοου, το 1913-14.

Λούης Τίκας
Ο αγωνιστής Λούης Τίκας
Ένα (σύντομο) χρονικό της απεργίας.

Τον Σεπτέμβριο του 1913 ξεκινά η απεργία των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου. Οι εργάτες και οι οικογένειές τους εγκαταλείπουν τους εταιρικούς οικισμούς και στήνουν καταυλισμούς σε ανοιχτούς χώρους, δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές. Οι σκηνές των απεργών ήταν οργανωμένες με τάξη, προκειμένου να διαψεύσουν τις προκαταλήψεις των Αμερικάνων πως οι μετανάστες εργάτες, και δη όσοι απεργούσαν, ήταν «απολίτιστοι» και «άγριοι». Σε αντίθεση με τους εταιρικούς οικισμούς, οι καταυλισμοί των απεργών δεν ήταν φυλετικά διαχωρισμένοι. Αυτή η επιλογή του συνδικάτου ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική. Κατόρθωσε να ενώσει τους εργάτες και να δημιουργήσει δεσμούς αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μεταξύ τους. Κατόρθωσε, ωστόσο, να επιτύχει και κάτι ακόμη· απέδειξε πως ένας διαφορετικός, πιο ανθρώπινος όσον αφορά τις κοινωνικές σχέσεις, τρόπος οργάνωσης ζωής είναι εφικτός.

Ο καταυλισμός των απεργών ανθρακωρύχων στο Ludlow
Ο καταυλισμός των απεργών ανθρακωρύχων στο Ludlow

Ο μεγαλύτερος καταυλισμός ήταν στημένος στο Λάντλοου (Ludlow). Κοντά στις 200 σκηνές με 1.000 περίπου άτομα. Η εταιρεία άνθρακα είχε προσλάβει φρουρούς προκειμένου να παρενοχλεί και να τρομοκρατεί τους απεργούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της βίας του Ροκφέλερ προς τους ανθρακωρύχους ήταν το «Εξπρές του Θανάτου» (Death Special). Πρόκειται για ένα τεθωρακισμένο φορτηγό, στο οποίο είχε τοποθετηθεί προβολέας στο μπροστινό μέρος του, ένα πολυβόλο πίσω. Οι φρουροί της εταιρίας το οδηγούσαν τα βράδια, ρίχνοντας φως στις σκηνές, ενώ δε δίσταζαν να ανοίγουν πυρά προς τους καταυλισμούς. Πέρα από την εταιρική ασφάλεια, ο Ροκφέλερ είχε προσλάβει ιδιωτικούς φρουρούς της εταιρείας Μπάλντγουιν-Φελτς, για περαιτέρω καταστολή των απεργών.

Στον πρώτο μήνα απεργίας και αναταραχών μεταξύ εταιρείας και απεργών, η Πολιτεία παρεμβαίνει στέλνοντας στο Λάντλοου την πολιτοφυλακή. Η Εθνοφρουρά είχε ήδη ζητηθεί από τον Ροκφέλερ, για «ειρηνευτικούς λόγους». Στην πραγματικότητα, το αίτημα της εταιρείας αφορούσε την ανάληψη του κόστους καταστολής της απεργίας από την πολιτεία. Παράλληλα, οι Ροκφέλερ επανδρώνουν με δικό τους προσωπικό την Εθνοφρουρά, με τους ανθρακωρύχους να βλέπουν τους άλλοτε εταιρικούς «τραμπούκους» ντυμένους με τις στολές της πολιτειακής εξουσίας. Στο σημείο αυτό, είχαν καταλάβει πως ήταν μόνοι τους, χωρίς καμία προστασία από το κράτος.

Ο καταυλισμός των απεργών ανθρακωρύχων
Ο καταυλισμός των απεργών ανθρακωρύχων
Η «Σφαγή του Λάντλοου» και η δολοφονία Τίκα.

Βία και εκφοβισμός, εν ψυχρώ δολοφονίες ανθρακωρύχων, επιθέσεις στους καταυλισμούς, συνεχείς συγκρούσεις. Οι αναταραχές κορυφώνονται στις 20 Απριλίου 1914, ημέρα που έχει μείνει στην ιστορία ως η «Σφαγή του Λάντλοου». Ήταν η στιγμή όπου η Εθνοφρουρά, στη νέα της σύνθεση, αποφάσισε να καταστρέψει και να κάψει τους καταυλισμούς των απεργών. «Θα σας δείξουμε εμείς τι θα πει Θάνατος και Ανάσταση» – «Διασκεδάστε εσείς σήμερα και εμείς θα ψήσουμε αύριο». Αυτά φώναζαν το προηγούμενο βράδυ οι φρουροί στους απεργούς, που γιόρταζαν το (ελληνικό) Πάσχα. Το πρωί της 20ης Απρίλη, η Εθνοφρουρά ανοίγει πυρ προς τον καταυλισμό, με τα πολυβόλα που είχαν στήσει στον απέναντι λόφο. Οι απεργοί ανταποδίδουν τα πυρά και ξεκινά μια μάχη που διαρκεί ώρες.

Πρωτοσέλιδο για τη Σφαγή του Λάντλοου
Πρωτοσέλιδο για τη Σφαγή του Λάντλοου

Με τις σκηνές τους να έχουν καεί, γυναίκες και παιδιά να έχουν σκοτωθεί, ο Λούης Τίκας μαζί με δύο ακόμη συνδικαλιστές, ζητούν διαπραγμάτευση και ανακωχή. Οι φύλακες της Εθνοφρουράς πιάνουν τους τρεις άνδρες και τους οδηγούν στον στρατηγό Λίντερφελτ. Ο Λίντερφελτ χτυπά με την καραμπίνα του τον Τίκα, του οποίου σπάει το κεφάλι. Όντας ο Τίκας πεσμένος και αιμόφυρτος στο έδαφος, οι δύο φρουροί τον δολοφονούν, πυρολοβολόντας τον στην πλάτη τρεις φορές. Τον άφησαν νεκρό στις σιδηροδρομικές ράγες για τρεις μέρες. Ο Λούης Τίκας είχε μία από τις μεγαλύτερες κηδείες στην ιστορία του Κολοράντο. Η πομπή έφτανε το ένα μίλι. Τις επόμενες μέρες, το συνδικάτο καλεί τον κόσμο στα όπλα. Δεν θα υπήρχε ειρήνη, χωρίς να αποδοθεί δικαιοσύνη για τη σφαγή.

Η πομπή της κηδείας του Τίκα, Ludlow, 1914
Η πομπή της κηδείας του Τίκα, Ludlow, 1914
Ο Πόλεμος των Δέκα Ημερών και ο απόηχος της αντίστασης.

Οι ανθρακωρύχοι ήταν εξαγριωμένοι. Η αντίσταση μετά τη σφαγή κράτησε δέκα μέρες. Φορώντας κόκκινα μαντίλια στο λαιμό, οι ανθρακωρύχοι της UMWA αντεπιτίθενται. Ανατινάζουν ορυχεία και καταφέρνουν να διώξουν την Εθνοφρουρά από το Λάντλοου. Κερδίζουν την αναμέτρηση με την εργοδοσία. Οι απεργοί παίρνουν στα χέρια τους τον έλεγχο του Κολοράντο, από τα νότια σύνορα μέχρι το Ντένβερ. Αυτοοργανώνονται και δημιουργούν μια δική τους κοινότητα, τοποθετώντας εκ νέου δικαστή και σερίφη. Όταν ο εχθρός απομακρύνθηκε, σταμάτησαν η βία και οι αναταραχές. Για τη δολοφονία του Τίκα και των δύο συνδικαλιστών ανθρακωρύχων δεν τιμωρήθηκε κανείς. Ο Λίντερφελτ απλώς δέχτηκε επίπληξη.

Η ιστορία του Λάντλοου και του αγώνα των ανθρακωρύχων συνήθως περιγράφεται ως «τραγωδία», με τους απεργούς σε θέση θύματος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ιστορία μια αντίστασης και ενός ξεσηκωμού ενάντια στην εργοδοτική βία και αυθαιρεσία. Το Λάντλοου έριξε τον σπόρο της αλλαγής, αποδεικνύοντας πως ο αγώνας για αξιοπρέπεια, ζωή και εργασία, μπορεί να αποβεί νικηφόρος. Η απεργία, η ενότητα στον αγώνα για το αυτονόητο, η οργάνωση και η αλληλεγγύη των ανθρακωρύχων του Λάντλοου, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ. Βοήθησε να προωθηθούν, αργότερα, νόμοι για το οκτάωρο, την παιδική εργασία, το δικαίωμα στο συνδικαλισμό, τις συνθήκες εργασίας.

Σήμερα, κάτι παραπάνω από έναν αιώνα από τον αγώνα των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου, το ντοκιμαντέρ του Βαρδαρού αποτελεί φόρο τιμής και μνήμης της πρωτοπόρας δράσης του εργατικού κινήματος, των θυσιών και των κατακτήσεων, όλων αυτών που για κάποιους σήμερα φαντάζουν «φαντάσματα του παρελθόντος».

Οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ.

Σκηνοθέτης: Λεωνίδας Βαρδαρός
Διευθυντής Φωτογραφίας: Προκόπης Δάφνος
Βοηθός σκηνοθέτη/Μοντέρ: Ξενοφώντας Βαρδαρός
Επιμέλεια Ήχου: Ανδρέας Γκόβας
Έρευνα/ιστορική επιμέλεια: Φρόσω Τσούκα
Αφήγηση: Ρήγας Αξελός
Παραγωγός: «Αποστόλης Μπερδεμπές» μη κερδοσκοπική
Διευθυντές Παραγωγής: Στέφανος Πλάκας, Φρόσω Τσούκα, Λίνα Γουσίου

Μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρο το ντοκιμαντέρ εδώ:

Διαβάστε περισσότερα κινηματογραφικά άρθρα εδώ

Πηγή