Το ντεμπούτο τους,  Wild Ferment , τέσσερα  χρόνια πριν, τους έφερε στο προσκήνιο ως  μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, της εγχώριας αγγλόφωνης σκηνής. Η πρόκληση που έθεσαν στον εαυτό τους να καταφέρουν να δημιουργήσουν καινοφανείς μουσικές συνθέσεις και μελωδίες, με έναν συγκερασμό επιρροών φαίνεται να πέτυχε, με τη νέα τους κυκλοφορία, Mild Conquest,  να  επιβεβαιώνει πως αυτό που ξεκίνησαν οι The Steams, είναι μια αυθεντική και πολύπλευρη heavy/psych rock προσέγγιση, που δύσκολα θα περίμενε κανείς, σε  τόσο ολοκληρωμένη μορφή. 

To εξώφυλλο του δίσκου, που παρουσιάζει τα δύο απ’ τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος, σε μια βραχώδη ακτή και το οποίο επιμελήθηκε ο φωτογράφος Sebastien Zanella και λειτουργεί ως ένας θελκτικός πρόλογος αναφορικά με το περιεχόμενο του άλμπουμ. Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από τον Αλέξ Μπόλπαση στο Suono Studio (Αθήνα) και το mastering έγινε από τον Nick Townsend στα Infrasonic Sound Studio.

Η ατμόσφαιρα που καλλιεργείται με την έναρξη του “Entrance” φανερώνει το αποτέλεσμα μιας άρτιας παραγωγής καθώς και το αψεγάδιαστο δέσιμο των καθαριστικών riffs και των έντονων μπασογραμμών με την πανδαισία παραδοσιακών κι ανατολίτικων μουσικών οργάνων, αφού συγκροτείται ένας πρωτοφανής διαγωνισμός ανάμεσα σε λαούτο, τσαμπούνα και qanun, επιρροές που δε περίμενες να συναντήσεις τόσο σωστά δεμένες. Λίγο παρακάτω, ξεχωρίζει το “Lament” με το σαρωτικό ξέσπασμα μετά το delay της κιθάρας και τα αξιομνημόνευτα «ανεβάσματα» στη φωνή, στο οποίο ακούμε και τον Γιώργο Μαζωνάκη να προλογίζει το track με τον ορισμό της αριστοτελικής τραγωδίας, μια επιτυχημένη προσθήκη κι άποψη έξυπνου μάρκετινγκ, κι από την οπτική του συνταιριάσματος ενός καλλιτέχνη με ιδιαίτερη περσόνα (αφήνοντας χώρια το μουσικό είδος με το οποίο ο ίδιος καταπιάνεται) με το γενικότερο ύφος του κομματιού. Το “Algerian Eyes” εκπροσωπεί τον μυστικισμό της αγάπης, με εξομολογητικά, δεσπόζοντα φωνητικά που συμπνέουν απόλυτα με έναν μεγαλειώδη ορχηστρικό επίλογο, καθιστώντας το ίσως ως το πιο δυναμικό σε σύλληψη κομμάτι του άλμπουμ. Τέλος, ο εμβατηριακός χαρακτήρας του “The Horror”, με τις ξεχαρβαλωμένες κιθάρες και τη συμμετοχή του λαούτου και της τσαμπούνας στο background, η μίξη των οποίων κορυφώνεται προς το τέλος, αναδεικνύουν, απ’ την πρώτη κιόλας ακρόαση, την αφυπνιστική του διάθεση -ένα κομμάτι που αναμφίβολα όταν το ακούσουμε live, θα έχει σαρωτικές συνέπειες.

Στο σύνολο του, ο δίσκος προβάλλει μια προσωπική αφήγηση γεμάτη δυναμική, που ξεδιπλώνεται μέσα από το πάντρεμα πολύπλοκων συνθετικών patterns, με groovy στιγμές, ετερόκλητους, αλληγορικούς στίχους και πολυδιάστατες μουσικές παρεμβάσεις που θεμελιώνουν ένα πόνημα με πολιτισμικές ρίζες. Η σειρά που έχει επιλεγεί για τα κομμάτια μοιάζει άκρως μελετημένη για να δημιουργήσει μια απολαυστική ακουστική εμπειρία, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα σε κορυφώσεις κι υφέσεις. Το Mild Conquest αντιπροσωπεύει ένα project εσωτερικής ζύμωσης σε μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας και παύσης –καθώς γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας-  με το οποίο οι The Steams  πρεσβεύουν πως η αληθινή έμπνευση που ψάχνουμε βρίσκεται μέσα μας. Και όταν αυτή η έμπνευση εξωτερικευτεί, στο πλαίσιο μιας πνευματώδους δημιουργίας, με τον κατάλληλο σχεδιασμό και την απαραίτητη προσοχή, μπορούμε πλέον να μιλάμε για μια τόσο ενδιαφέρουσα κυκλοφορία, με την οποία οι The Steams συνεχίζουν το δημιουργικό, δισκογραφικό  σερί τους. 

Πηγή